Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Έχω κάτι να σου πω



Αποφάσισε πως θα ζήσουμε μαζί τέτοια μέρα το 2011, ανήμερα του Πολυτεχνείου. Δεν γνωριζόμασταν μέχρι τότε˙ δηλαδή ξέραμε ο ένας τον άλλον, αλλά δεν είχαμε γνωριστεί ποτέ πραγματικά.
Με την Ευαγγελία είμαστε από την ίδια κωμόπολη, πηγαίναμε μαζί σχολείο και συχνάζαμε στις ίδιες γειτονιές. Εγώ, όμως είμαι τρία χρόνια μεγαλύτερος, έτσι είχαμε πάντα διαφορά φάσης: όταν τέλειωνα το λύκειο, αυτή θα ερχόταν στην πρώτη˙ όταν εμείς βγαίναμε στο δρόμο για μπάλα, τα μικρά τα μάζευαν οι μανάδες τους για να κοιμηθούν˙ στην καφετέρια πήγαινα όταν είχε από ώρα φύγει. Ήξερα γενικά πως ο Τζανάκης είχε μια κόρη, αλλά ούτε που μπορούσα να τη θυμηθώ. Μετά εγώ έφυγα για τη Σχολή, εκείνη πήγε στην Αθήνα να σπουδάσει, δεν διασταυρωθήκαμε ποτέ.
Συναντηθήκαμε σε κείνη την πορεία για το Πολυτεχνείο πριν τέσσερα χρόνια. Μόνη της ήρθε και μου μίλησε. Εγώ ήμουν στο μπλοκ των αναρχικών της Μπενάκη, με το σακίδιο γεμάτο πέτρες κι ένα σουγιά κρυμμένο στην αρβύλα, καλού-κακού. Ο Νάσος δεν είσαι, με ρώτησε και μου κόπηκαν τα γόνατα. Ποια ήταν αυτή και πώς με αναγνώρισε; Δυο χρόνια μυστικός κυκλοφορούσα με το όνομα Αντρέας και ήμουν, υποτίθεται, γέννημα θρέμμα Πατρινός. Πίεσα το μυαλό μου να λειτουργήσει επαγγελματικά αλλά αδυνατούσε: της γύρισα την πλάτη κι έτρεξα προς τη Βουλή. Τρέχοντας το ξανασκέφτηκα. Ποια ήταν αυτή και πώς με αναγνώρισε; Δεν μου θύμιζε τίποτα. Μετρίου ύψους, καστανή, τα μαλλιά αλογοουρά, κόκκινα μάγουλα, λίγο πεταχτά δοντάκια, μπλουτζίν και μαύρο παλτό – ποια ήταν; Αποφάσισα να γυρίσω πίσω, να την παρακολουθήσω. Φόρεσα το σκούφο που είχα στην κωλότσεπη και γύρισα το μπουφάν μου το μέσα έξω. Ξανακατέβηκα τη Σταδίου προς Ομόνοια και την είδα μπροστά στους ΣΕΚίτες να μιλάει στο κινητό. Καθόταν μόνη της σε ένα πεζούλι, ωραίο γκομενάκι, γύρω στα είκοσι, μπορεί και μικρότερη, χαμογελαστή και λίγο αποστασιοποιημένη. Σε λίγο εμφανίστηκε μια άλλη, της κούνησε το χέρι, φιληθήκαν σταυρωτά, πιαστήκαν αγκαζέ και προχώρησαν προς το Σύνταγμα. Οι δυο τους.
Την παρακολουθούσα σε όλη τη διάρκεια της πορείας -ειδοποίησα το κέντρο πως υπάρχει εμπλοκή και δεν θα συμμετέχω άμεσα στις διαδικασίες- και μετά, όταν άρχισε το μεγάλο μπάχαλο, συνέχισα να την ακολουθώ προσπαθώντας να καταλάβω τι ρόλο βαράει. Έδειχνε να τα έχει χαμένα, το ίδιο κι η φίλη της, δεν ήταν και σε κάποιο από τα μεγάλα μπλοκ να τις προστατεύσει και δεν ήξεραν από πού να φυλαχτούν. Κάποια στιγμή βρέθηκαν, σαν κάθε πρωτάρης άσχετος που το παίζει επαναστάτης, στη μέση του πετροπόλεμου: είχαν αγκαλιαστεί απελπισμένες και προσπαθούσαν να κρατηθούν η μια από την άλλη – πετάχτηκα από το πλήθος σαν γαμημένος σούπερμαν, την άρπαξα από το χέρι, αυτή άρπαξε την άλλη και τις τράβηξα προς τη στοά του Άττικα. Κλαίγανε με λυγμούς, από το φόβο και τα χημικά, μα καλά, χαζή είσαι, την ταρακούνησα, δεν βλέπετε πως θα γίνει μακελειό; Ο Νάσος δεν είσαι, με ξαναρώτησε κοιτώντας με στα μάτια σαν κουτάβι. Ο Νάσος είμαι, γαμώ την Παναγία μου, σηκωθείτε να φύγουμε από δω!
Τις κατέβασα στην Ομόνοια, τις έβαλα στο μετρό και γύρισα να ξαναβρώ τους δικούς μου. Λίγο πριν χωριστούμε, η Ευαγγελία έβγαλε από την τσάντα της ένα στυλό και έγραψε σε μια τσαλακωμένη απόδειξη το τηλέφωνό της. Πάρε με, μου είπε. Η κόρη του Τζανάκη, σκέφτηκα εγώ. Έτσι εξηγούνται όλα.



Οι επόμενες μέρες πέρασαν γρήγορα και ακατάληπτα. Οι συγκρούσεις είχαν απλωθεί σε όλη την Αθήνα, κάναμε να κοιμηθούμε εικοσιτετράωρα, πολλές φορές δεν προλάβαινα καν να πάρω διαταγές, έκανα αυθόρμητα ό,τι μου είχαν μάθει και προσευχόμουν να τελειώνει γρήγορα όλο αυτό για να ξαναγυρίσουμε στις ζωές μας.
Μέσα σε όλο το χαμό πρόλαβα να συζήσω και με την Ευαγγελία. Στην αρχή την πλησίασα για να την έχω από κοντά – μαλακίες λέω, τη γούσταρα. Με είχε αναγνωρίσει, ναι. Θα μπορούσε να αποκαλύψει την ταυτότητά μου και να γαμήσει δυο χρόνια δουλειάς. Ο Αντρέας από την Πάτρα, ατρόμητος αντιεξουσιαστής αποδεικνύεται Αθανάσιος, ο μπάτσος της γειτονιάς σας. Αλλά δεν μίλησε. Δεν ρώτησε. Μέχρι που άρχισε να με φωνάζει Αντρέα. Μετακόμισε στο σπίτι μου στα Εξάρχεια, πέντε κούτες κοριτσίστικα πράγματα κι άλλες τόσες βιβλία, μαγείρευε νοστιμιές με ό,τι βρισκόταν στα εργένικα ντουλάπια μου και με περίμενε να γυρίσω. Οι σχολές είχαν κλείσει στην αρχή, μετά που ξανάνοιξαν άρχισε κι αυτή πάλι να πηγαίνει, μαθήματα και συνελεύσεις σε κλίμα πανηγυρικό, με νέους πρυτάνεις και μικτά συμβούλια καθηγητών-φοιτητών, νέα προγράμματα σπουδών και ψυχολογία απέραντης παντοδυναμίας. Και παπαρολογίας. Η Ευαγγελία συνεπής και καλή μαθήτρια, δεν πολυσυμμετείχε στα λοιπά, αλλά όχι επειδή ήταν κορίτσι μου, απλώς σαν να μην την ένοιαζαν όλα τα άλλα.
Οι συρράξεις και η αβεβαιότητα κράτησαν στην πραγματικότητα λιγότερο από δυο μήνες. Μετά όλοι αποφάνθηκαν πως νίκησε ο λαός που πήρε και την εξουσία, ενώ εμείς κάτσαμε μουδιασμένοι στα αβγά μας. Στην αρχή, τουλάχιστον. Γιατί μετά μαζευτήκαμε δειλά, έστω και χωρίς επίσημη οργάνωση κι αρχίσαμε να συζητάμε την αντεπανάσταση. Οι επικεφαλής μας είχαν συλληφθεί, δικαστεί και καταδικαστεί με συνοπτικές διαδικασίες, η αστυνομία κι ο στρατός καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από εντεταλμένες ομάδες ένοπλων πολιτών, οι επικοινωνίες και οι συγκοινωνίες στα χέρια τους - όλα έδειχναν πως τα μουνόπανα ξέρανε τη δουλειά τους.
Κι εμείς τη δική μας. Δεν υπήρχα επίσημα σε καμιά υπηρεσία. Ήμουνα πάντα ο Αντρέας ο Πατρινός, αντιεξουσιαστής με αρχίδια. Τι με εμπόδιζε να καλωσορίσω και να υποστηρίξω με θέρμη το νέο καθεστώς; Μόνο που σε κάθε βήμα μου, αυτοί είχανε ήδη κάνει δύο. Κάθε επιχείρηση που ετοίμαζα καταστρεφόταν πριν γεννηθεί. Τα βράδια έκλαιγα από τη λύσσα μου στα πόδια της Ευαγγελίας, ήθελα να χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο κι αυτή καθόταν υπομονετικά και με κανάκευε. Δεν με αμφισβήτησε, δεν με κορόιδεψε˙ μόνο καθόταν και με άκουγε. Σαν Παναγία.


Εκείνο το βράδυ έριξα μια ματιά από το παράθυρο και τους είδα να έρχονται αποφασισμένοι. Κι ένιωσα ανακούφιση επιτέλους γιατί κατάλαβα πως τους περίμενα. Κατάλαβα πως δεν ήταν σύμπτωση που βρίσκονταν πάντα ένα βήμα μπροστά.
Εκείνη στεκόταν στην πόρτα αμίλητη. Γιατί; τη ρώτησα. Γιατί δεν είναι δίκαιο να είσαι ασφαλίτης. (Την πλησίασα). Μα ήρθες να μείνεις μαζί μου. Για να σε παρακολουθώ. (Σχεδόν την άγγιζα τώρα). Και να τους τα λες; Και να τους τα λέω. (Την αγκάλιασα σφιχτά για τελευταία φορά). Και δεν μ' αγάπησες ποτέ; ψιθύρισα. Πάντα σε αγαπούσα, Νάσο. Μα δεν μου το επέτρεπα.
(Τότε εγώ τη γύρισα τρυφερά, σαν να χορεύαμε κάπως, κόλλησα το σώμα μου στο σώμα της από πίσω, ανάσανα βαθιά το λαιμό της για τελευταία φορά, τράβηξα το σουγιά από την αρβύλα, παραμέρισα τα μαλλιά και της έκοψα την καρωτίδα).



Αυτά είχα να πω που δεν πρέπει να ξεχαστούνε. Να δώσετε το σημείωμα στον αδελφό μου, μαζί με τα υπόλοιπα. Εσείς πάρτε τ' αρχίδια μου. Ούτε ο Νάσος ο Κούκουρας, ούτε ο Αντρέας από την Πάτρα καταδέχονται να σαπίσουν στη φυλακή σας. Μπορεί να μου βουτήξατε το σουγιά, αλλά ξέρω κι άλλους τρόπους να πεθάνω. Χαιρετώ και σας περιμένω στην κόλαση. Γαμηθείτε, μουνόπανα! Λίγα τα ψωμιά σας.

ΕλΦ 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Blog ποικίλης ύλης...

...και μάλλον προβοκατόρικο.