Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2011

Το ζευγάρι στη γωνία





Αν ακούσω άλλη μια φορά αυτό το τραγούδι θα κάνω εμετό, το ορκίζομαι. Όπου μπαίνω παίζει, μα σε καφετέρια, ψιλικατζίδικο, ασανσέρ, το ίδιο και το ίδιο, «σ’ αγαπώ, μ’ αγαπάς, αγαπιόμαστε». Ήμαρτον, Παναγία μου, πια, άλλο στίχο δε μπορούνε να βρούνε, κι αυτή η μουσική ντάπα-ντούπα, μου τρυπάει τον εγκέφαλο.


Εντωμεταξύ, ήρθα πάλι ένα τέταρτο νωρίτερα, δε βάζω μυαλό με τίποτα, αφού ο Βαγγέλης, όταν λέει κατά τις οκτώμισι εννοεί εννιά παρά δέκα, εγώ γιατί στήνομαι να τον περιμένω σαν το γίδι;


Κι αυτό το μαγαζί, τι μανία τον πιάνει, τώρα που θα τελειώσει το γλυκανάλατο θα αρχίσουν τα λαϊκά, μια πλατεία γεμάτη κομψά καφέ κι εμείς πάντα ραντεβού στην τρύπα με τους καμένους. Ο μπουφετζής χασμουριέται, η γκαρσόνα με τα εφαρμοστά κι όλο το στήθος έξω, δυο-τρεις κακάσχημοι διασκορπισμένοι εδώ κι εκεί απολύτως απορροφημένοι από τα δελτία του στοιχήματος. Κι ένα ζευγάρι στη γωνία που προφανώς τσακώνεται.


Δεν ταιριάζω εγώ εδώ μέσα, με τίποτα λέμε. Με τα ρουχαλάκια μου κομψά και μοντέρνα, τα μαλλάκια μου καλοχτενισμένα, τα νύχια μου πεντακάθαρα! Είμαι μια τέλεια παραφωνία, σαν τη μύγα μες το γάλα, σαν την αρχόντισσα στη φτωχογειτονιά, σαν λάθος νότα στο σουξέ της εποχής που παίζουν τα μεγάφωνα – άστοχη παρομοίωση, σάμπως παίζει και καμιά νότα σωστή αυτή η αηδία;


Άντε, ρε Βαγγέλη, βαρέθηκα! Και δεν έχει και κανένα περιοδικό να χαζέψω, μόνο αθλητικές εφημερίδες ευδοκιμούν εδώ μέσα.


Ας κάτσω λίγο πιο λοξά για στυλ (και για να μην πατικώνω τον ποπό μου και κατσιάσει απ’ τα τριάντα μου), και για να μπορώ να ρίχνω και καμιά ματιά στο ζευγάρι της γωνίας. Στον άντρα, δηλαδή, γιατί τη γυναίκα τη βλέπω πλάτη. Άλλος άσχετος με το χώρο. Πω πω, τι ωραίο παιδί! Καλοκουρεμένος, ελαφρώς αξύριστος, μ’ ένα λευκό πουκάμισο και ωραίο ρολόι! Αχ, δε βλέπω τα παπούτσια του, τον άντρα, λέει, τον κρίνεις απ’ τα παπούτσια, αυτός είμαι σίγουρη θα φοράει μοκασίνια χρώματος ταμπά.


Ο Βαγγέλης πάλι, θα ‘μια τυχερή αν έρθει με τα αθλητικά, τώρα που ζέστανε ο καιρός, μπορεί να σκάσει και με καμιά παντόφλα! Πού να του πω να πάμε, για κανένα φαγητό μάλλον, λες να τον καταφέρω για το κινέζικο; Βαριέμαι όλο σουβλάκια και κρέατα, αυτός σίγουρα θα θέλει να κάτσουμε εδώ και μετά να πάμε σπίτι του. Καλέ! Το ζευγάρι της γωνίας τσακώνεται για τα καλά τώρα! Αυτή τα ‘χει πάρει τελείως, τι λέει; Δεν ακούω τίποτα, γαμώτο με τα σκυλάδικα που παίζει εδώ μέσα! Να τη σηκώθηκε. Ά πα πα, σαν φώκια είναι! Πώς τα καταφέρνουν όλες οι ασουλούπωτες και καβατζώνουν τα καλύτερα παιδιά, στραβός είναι ο άνθρωπος, δε βλέπει τα χάλια της, θα μου πεις κι εσύ που βλέπεις τα χάλια του Βαγγέλη τι κάνεις, τον παρατάς; Εγώ είμαι τριάντα, μάνα μου, ένας Βαγγέλης μου πέφτει, σάμπως θα βρω καλύτερο, κι όταν τον πιάνουν τα τρυφερά του, το πουλάκι μου…


Α! Τον χαστούκισε η κακούργα! Τι σφαλιάρα ήταν αυτή! Άστραψε και βρόντηξε, μιλάμε! Α τον έρμο, τι του ‘μελλε να πάθει στο καταγώγιο της Φωκίωνος Νέγρη! Να τη, φεύγει. Παιδιά, τον παράτησε! Θράσος απύθμενο η φώκια! Πού πας, μαντάμ, και τον αφήνεις χαστουκισμένο, σαν τα κρύα τα νερά είναι το παλικάρι. Λες να τρέξει πίσω της; Όχι, ρε συ, αν τρέξει θα την ψωνίσω. Α, ρε Βαγγέλη, σφαλιάρα που σου χρειάζεται! Όχι, δε φεύγει. Αχ, με κοιτάει! Έλα δω, αγόρι μου, να σε παρηγορήσω εγώ. Καλέ! Με κοιτάει! Λες να του χαμογελάσω; Ή να του κάνω νόημα;


«Τι έγινε, μωρό, άργησα πέντε λεπτά και ψάχνεις αντικαταστάτη;»

Δεν άργησες πέντε λεπτά, Βαγγέλη. Εικοσιπέντε άργησες. Και μου εμφανίστηκες αγουροξυπνημένος, φρεσκομπανιαρισμένος και με τη φανέλα του Ολυμπιακού. Γαμώ τη γκίνια μου, δε μπορούσε ν’ αργήσει άλλα δέκα! Δε βαριέσαι, παλιοζωή. Τώρα «τι είναι αυτά που λες, αγάπη μου» και γούτσου-γούτσου μπας και τον ψήσω για το κινέζικο. Που είμαι και τόσο κομψά ντυμένη.


Αμ δε! Ο Βαγγέλης έχει άλλα σχέδια. «Μωρό, δεν παραγγέλνω, δεν τα υπολόγισα καλά. Θα σε πάω σπίτι κι εμένα με περιμένουν στου Αλέκου, παίζουμε τσάμπιονς λιγκ σήμερα και θα μαζευτούμε όλοι. Άντε, ν’ αράξεις κι εσύ να ξεκουραστείς κι αύριο πού θα το πάω εγώ το μωράκι μου; Στην Πεντέλη θα το πάω για παϊδάκια, που είναι και ρομαντικά».


Άντε γαμήσου, Βαγγέλη! Κι εσύ και τα παϊδάκια κι ο Ολυμπιακός! Κοίτα τώρα, ανοίγει και την αθλητική! Δεν αντέχω άλλο, ρε πούστη μου, θα του σπάσω τα μούτρα του μαλάκα, μα το θεό, θα του ρίξω μπουνιά! Πάω λίγο τουαλέτα κι έρχομαι, του λέω, να ρίξω τουλάχιστον λίγο νερό στο πρόσωπό μου, γιατί δε μου γλιτώνει σήμερα, μαύρο θα τον κάνω!

Με χάρη, έτσι, όμορφα, ωραία, έφτασα, ουφ! Κοίτα τι όμορφη που είμαι, θα τον παρατήσω το βλάκα, εδώ η φώκια παράτησε τον παίδαρο, θα κάτσω εγώ με το Βαγγέλη;





Ο παίδαρος μπήκε στο «Γυναικών» τρία δευτερόλεπτα πίσω μου. Με κοίταξε που στεκόμουν μπροστά στον καθρέφτη και μου είπε «γεια». Εγώ δεν είπα τίποτα. Πλησίασα τόσο κοντά του που μπορούσα να νιώσω τη στύση του. Τον έπιασα από το χέρι και τον τράβηξα μέσα στην τουαλέτα. Αυτός με κόλλησε απάνω του και με φίλησε μέχρι που μου κόπηκε η ανάσα. Τότε έσκυψα, άνοιξα το φερμουάρ του και του πήρα μια πίπα να ‘χει να θυμάται. Τα κατάπια, τον κούμπωσα, σηκώθηκα και τον κοίταξα στα μάτια. Με φίλησε ξανά, τρυφερά κι αλησμόνητα, κι έπειτα έβαλε το χέρι στην τσέπη του κι έβγαλε μια κάρτα. Θέλω να σε ξαναδώ, μου είπε κι έφυγε.

Άσε μας, ρε Βαγγέλη με τον Ολυμπιακό!





Έτσι θα τέλειωνε η μικρή μου αφήγηση, αν ο συγγραφέας της ήταν άντρας. Είναι όμως γυναίκα. Οπότε τα πράγματα έγιναν ως εξής:

Πήγα στην τουαλέτα και κατούρησα, χωρίς να με ακολουθήσει κανένας. Γύρισα στο Βαγγέλη που είχε ήδη πληρώσει και με περίμενε με ανυπομονησία. Μπήκαμε στο αμάξι του, με πήγε σπίτι μου, με φίλησε βιαστικά και μου είπε: «Μωρό, αρχίζει δέκα παρά τέταρτο, μην τυχόν και δεν το δεις, αφού ξέρεις, είσαι το γούρι μας».

Ανέβηκα στο διαμερισματάκι μου, γδύθηκα, ξεβάφτηκα, φόρεσα πιζάμες, πήρα από το ψυγείο μου ένα γιαούρτι με μούσλι κι έκατσα στον καναπέ να δω το ματς.

Όχι, δε θα το δω, ρε! Θα το γυρίσω στο άλλο που έχει Νοικοκυρές σε απόγνωση. Ό,τι γουστάρω θα κάνω. Κι αν με ρωτήσει αύριο θα του πω πως δεν μπορώ να κάθομαι εγώ να βλέπω ποδόσφαιρό επειδή έτσι αρέσει σε σένα! Είμαι ανεξάρτητη γυναίκα εγώ. Ό,τι γουστάρω θα κάνω!

Άσε μας, ρε Βαγγέλη, με τον Ολυμπιακό!


(Ελένη Φουρνάρου, 2011)

6 σχόλια:

chmarni είπε...

Ελένη τι ακριβώς χρώμα ακριβώς είναι το ταμπά !!! Αν αρέσει στις γυναίκες, να πάω να αγοράσω κι εγώ ένα ζευγάρι μοκασίνια, μπας και γυρίσει να με κοιτάξει κι εμένα καμιά :-)))

elf είπε...

Όλες σε κοιτάμε, παραπονιάρη! Εξάλλου, δεν θες γυναίκα που της αρέσουν τα παπούτσια "χρώματος ταμπά"!

Ανώνυμος είπε...

Πολύ καλό!!!!!
Αντε και σε πεθυμήσαμε!!!!
Ηλιάνα

κόκκινο μπαλόνι είπε...

χαχαχαχχαχαχα!
Άσε μας ρε Βαγγέλη!

Τέλειο :)

υ.γ. γαμώτο, ποτέ να μην συμβαίνει η πρώτη βερσιον όμως, ε; Μόνο στις ταινίες ρε γαμώτο!

Naf είπε...

και η φώκια γιατί τον χαστούκισε τον άλλο???
Βαγγέλης μου μυρίζει και εκεί....

Μαρια Νικολαου είπε...

Καλό.....πολύ καλό... :)

Blog ποικίλης ύλης...

...και μάλλον προβοκατόρικο.