Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

Ο Φόβος των Φίλων μου ΙΙΙ

Της Ελένης Κοφτερού

ΝΑ ΦΟΒΙΣΟΥΜΕ ΤΟ ΦΟΒΟ

Ο φόβος βρίσκεται παντού.
Μπορεί πολύ εύκολα να μεταμορφώνεται, από άυλο σε υλικό και να προσαρμόζεται σε όλες τις συνθήκες.
Μπαίνει στα ρουχαλάκια της παιδικής κούκλας και κυλάει με τις ρόδες της μικρής φαγάνας…
Μετακομίζει στη σχολική τσάντα και κάθεται με το ένα πόδι στον πίνακα μέχρι να γίνει το εξώφυλλο από τον κατάλογο της εξέτασης…
Δονείται στις φωνητικές χορδές του καθηγητή και γίνεται μελάνι στους βαθμούς του ελέγχου…
Τρυπώνει στις εφηβικές επιθυμίες και μεταμορφώνεται σε ενοχή στις πρώτες ονειρώξεις…
Βάφεται με το αιμάτινο κόκκινο στην πρώτη περίοδο των μικρών κοριτσιών..
Κολλάει δίπλα στην επιθυμία και σηκώνει το ανάστημά του πριν την πρώτη ερωτική επαφή…
Θριαμβευτής και αριστούχος περνάει τις Πανελλαδικές…
Πηγαινοέρχεται στα αμφιθέατρα του Πανεπιστημίου και στήνει οδοφράγματα στην ελεύθερη σκέψη…
Ρέει απ’ τις οθόνες της τηλεόρασης και κάνει πάρτι στις ειδήσεις..
Γίνεται αέρας που κυκλοφορεί ανάμεσα στα πλεγμένα χέρια των ζευγαριών και αφήνει μετέωρο το χέρι που θέλει να χαϊδέψει το πρόσωπο…
Μπαίνει στον χαρτοφύλακα στην πρώτη συνέντευξη , δε λιώνει στις σταγόνες του ιδρώτα..
Τρώει το ποντίκι του υπολογιστή και στοιχίζεται με προθεσμίες και dead lines..
Ορμάει σαν πεινασμένος λύκος στη σκοπιά του φαντάρου και γίνεται ο κάλυκας της σφαίρας στις βολές..
Ταξιδεύει ασταμάτητα Βουλγαρία –Ελλάδα-Ρωσία , σφραγίδα στα διαβατήρια των κοριτσιών…
Σαν πυκνό σύννεφο σκεπάζει την Αφρική, άλλοτε σαν ιός φονικός κι άλλοτε σαν σουβλιές πείνας..
Γίνεται ξεσκονόπανο στα χέρια της αλλοδαπής που σου καθαρίζει το σπίτι, δεν εξατμίζεται σαν ατμός απ’ το σίδερο για τα ρούχα..
Στήνεται στις ουρές των επιδομάτων της Πρόνοιας και περιμένει υπομονετικά για την άδεια παραμονής…
Ξενυχτάει στα ηλεκτρονικά παιχνίδια και στα φρουτάκια του καζίνο..
Χτίζει τα κάγκελα στις φυλακές και τ’ αναμορφωτήρια και δίνει το ρεύμα στα ηλεκτροφόρα σύρματα…
Ανασαίνει στα εργατικά ατυχήματα και στους ανασφάλιστους και μετατρέπεται σε τσιγάρο στα χείλη του ανέργου…
Ξεροσταλιάζει στα επείγοντα των νοσοκομείων και γίνεται χαρτονόμισμα σε φακελάκι άσπρο για τον μεγαλογιατρό..
Τρέχει σταγόνα - σταγόνα στο κρεβάτι της αιμοκάθαρσης και χύνεται στο σώμα μαζί με το φάρμακο της χημιοθεραπείας.
Φωλιάζει στα μάτια των μοναχικών γέρων που ταΐζουν τα περιστέρια στο πάρκο.
Καραδοκεί στην άθλια άσφαλτο και στα σαπισμένα καράβια..
Αφόρητη οσμή απ’ τα σκουπίδια του απορριμματοφόρου κάποτε γίνεται και αποφορά από το σώμα του άστεγου που κομματιάζει..
Πετάει συνέχεια το λάσο της κατάθλιψης..
Δείχνει τα δόντια του με γκλοπς και χειροβομβίδες κρότου λάμψεις τσούζει στα μάτια μαζί με τα δακρυγόνα..
Ουρλιάζει από ηδονή στη σειρήνα του ασθενοφόρου…
Με χρώματα κι αρώματα καλλωπίζεται στα ινστιτούτα καλλονής και στα γυμναστήρια..
Ξεσαλώνει στα σκυλάδικα και λούζεται με αλκοόλ για να ξανανιώσει…
Ουρλιάζει στα γήπεδα τυλιγμένος σε χρωματιστά κασκόλ και σπάει τα κιγκλιδώματα..
Ξεθωριάζει για λίγο στο γρήγορο σεξ και τραβιέται μακριά από τα τρυφερά αγγίγματα..
Με πνευμόνια και βράγχια αναπνέει ο φόβος..
Πολλούς δρόμους και μονοπάτια βρίσκει να περπατήσει. .Κι όπου είναι κλειστός ο δρόμος με μπουλντόζες κι εκρηκτικά τον ανοίγει..

ΦΟΒΑΤΑΙ όμως κι ο φόβος..
Φοβάται όταν μπαίνει σε μπουκάλια με βιτριόλι που καίει, αλλά η φωνή δε σταματά κι ας είναι το πρόσωπο καμένη σάρκα..
Φοβάται τους ποιητές και τα ποιήματά τους, τους δασκάλους που τον προσπερνάνε χωρίς να του ρίξουν μια ματιά..
Τους εργάτες που σταματάνε τις μηχανές και κάθονται στο πάτωμα..
Φοβάται τα παιδιά που γράφουν στους τοίχους και βγαίνουν στους δρόμους για να διεκδικήσουν μια ζωή χωρίς αυτόν…
Φοβάται τον γιατρό που γίνεται επαναστάτης στη Κούβα και πεθαίνει στη Βολιβία..
Και τον άλλον που πηγαίνει στην Αφρική για να φροντίζει παιδιά χωρίς χρήματα..
Φοβάται τον αθλητή που τερματίζει ξυπόλητος...
Τη γριά που δεν βλέπει τηλεόραση, αλλά πιάνει κουβέντα με τις γάτες..
Τα παιδιά που ξεφεύγουν απ’ τις ουσίες και φτερουγίζουν ελεύθερα…
Φοβάται αυτόν που δε φοβάται για τις καταθέσεις του γιατί δεν έχει τίποτε να χάσει..
Τα κορίτσια και τα’ αγόρια που ερωτεύονται χωρίς όρια…
Τους ενήλικες που παραμένουν παιδιά..
Τους καρδιακούς φίλους..
Τα παιδιά που φτιάχνουν τραγούδια σαν συνθήματα...
Φοβάται τους λαούς που γεμίζουν σε μια νύχτα τις πλατείες, γιατί δεν μπορούν ν’ ανάσσουν ούτε λεπτό πια χωρίς ελευθερία…
Ο πιο μεγάλος φόβος του όμως είναι μήπως κάποια μέρα συναντηθούν όλοι αυτοί μαζί σε μια πρωτότυπη γιορτή, όπου τα δάκρυα θα γίνουν μικρά χρωματιστά βεγγαλικά , μια γιορτή με κόκκινα μπαλόνια και κόκκινα φιλιά γιατί τότε θα λυθούν τα μάγια και θα εξαφανιστεί..
Φοβάται την απαξίωση γιατί θα χάνεται στα βάθη της λήθης, στα βάθη μιας διαφορετικής κοινωνίας, όπου η αρμονία θα έχει επιβληθεί στις ανθρώπινες απατηλές σκέψεις κυριαρχίας.


Ελένη Κοφτερού,
Γεωπόνος
elenkoft@gmail.com

Η ανάρτηση αυτή έγινε στα πλαίσια της "Ημέρας ενάντια στο Φόβο".
Δείτε περισσότερα εδώ: http://grfear.blogspot.com/

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Πολύ αληθινό, ποίημα που δείχνει ότι αυτή που το έγραψε έχει ματώσει και προβληματιστεί, δεν κάτι ακίνδυνο και αβασάνιστο. Και είναι ωραίο που παρ' όλα αυτά δεν ακούγεται μεγαλόστομο ή ρητορικό, ούτε άτεχνο, επηρεασμένο αό τη συγκίνηση. Κάθε στίχος είναι μία κατάσταση φόβου και η εξιστόρησή του είναι σαν σφαίρα: περνάει αυτό που θέλει άμεσα, λιτά, χωρίς να φλυαρεί και χωρίς μεμψοιρίες. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι είναι κάπως εκτεταμένο, ωστόσο, κάποιος άλλος θα αντέτασσε ότι δίνει μια συνολική εικόνα του φοβισμένου ανθρώπου σήμερα. Κάποιες επαναλήψεις που έχουν να κάνουν με την εικόνα της ανατίναξης το φόβου με εκρηκτικά, χειροβομβίδες κτλ δεν ενοχλούν, ίσα ίσα δίνουν την επιθυμία να αποτιναχθεί αυτό που στοιχειώνει, με κρότο και λάμψη. Πολύ αληθινο ποίημα, μπράβο!
Η φράση ''κυλάει με τις ρόδες της μικρής φαγάνας…'' μου άρεσε πολύ :)

Πολύ καλημέρα από μένα,
Βάγια Κάλφα

Χρήστος Αθ. Κόϊος είπε...

Αγγίζει την ψυχή σου, τόσο απαλά, που το αποτύπωμα μένει μια παντοτινή, καυτή πληγή.
Απίθανο !

Blog ποικίλης ύλης...

...και μάλλον προβοκατόρικο.