Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

Μια συνάντηση σε ουδέτερο έδαφος





Μερικές φορές αρκεί απλά ένας οιωνός, σαν αυτούς που λες πως συμβαίνουν μόνο στις ταινίες. Δεν είχα προλάβει να κάτσω, αναστατωμένη, αμήχανη, αναποφάσιστη μα φαινομενικά αυτοκυρίαρχη, και η κοπέλα στο διπλανό τραπέζι αστράφτει στο συνοδό της ένα χαστούκι! Ξεγυρισμένο, που θα ‘λεγε κι η μάνα μου.

Όλο το μαγαζί γύρισε και τους κοίταξε αυθόρμητα κι έπειτα όλοι κάναμε πως κοιτάζουμε αλλού, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, άλλος να ξεκκοκαλίζει το παϊδάκι του, εγώ να κάνω πως ψάχνω το κινητό μου στην τσάντα και τα γκαρσόνια έντρομα να σχεδιάζουν την εκτόνωση της κρίσης, τι θα γίνει μετά;

Όλα αυτά αστραπιαία, μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, η τύπισσα κάνει την αναμφισβήτητη δήλωσή της, αφήνει το πλήθος άναυδο και τον άντρα μαρμαρωμένο, αρπάζει τσάντα, καμπαρτίνα και κατευθύνεται αυτάρεσκα προς την έξοδο. Αυτός, ένας ωραίος τριανταπεντάρης μελαχρινός, την κοιτά για μια στιγμή με κάτι σαν απεριόριστο θαυμασμό και τρέχει ξοπίσω της να την προλάβει.

Μακάρι να ‘ξερα τι της είπε, πώς την κατάφερε, πάντως τώρα την έχει βγάλει στην αυλή και φοβάμαι πως, αργά ή γρήγορα, θα την ξανακάτσει στο τραπέζι, μετανιωμένη, εκτονωμένη και σκλάβα του έρωτά του για πάντα.

Ούτε που νοιάστηκε για τον κόσμο που τους παρακολουθεί, λες και τον είχε χαστουκίσει στο σαλόνι του, λες κι αυτό είναι ένα παιχνίδι που αφορά μόνο την πάρτη του. Τώρα μπαίνει πάλι μέσα, κάνει ένα νόημα στον ταβερνιάρη και παίρνει τα ποτήρια τους και το μπουκάλι το κρασί έξω. Αυτή κάθεται σε ένα τραπέζι της αυλής με το κεφάλι κατεβασμένο και τους ώμους σκυφτούς. Αυτός βγάζει το σακάκι του και της το ρίχνει στην πλάτη. Σηκώνει τα μάτια και τον κοιτά και σκέφτομαι τον πούστη, δεν πήγε να φέρει την καμπαρτίνα της παρά της πρόσφερε το δικό του σακάκι, είναι από αυτούς τους άντρες που ξέρουν όλες τις σωστές κινήσεις, δεν έχει καμιά ελπίδα η χριστιανή. Αν καταφέρει και την ψήσει μετά το δημόσιο χαστούκι, σε όλη της τη ζωή θα την έχει από κάτω.

Εμείς, εντωμεταξύ, η υπόλοιπη ταβέρνα, θαμώνες και προσωπικό, τους κοιτάμε μέσα από τις τζαμαρίες σαν σινεμά. Καθένας με τις σκέψεις του, φαντάζομαι, και τα στοιχήματά του. Εγώ το ‘χω ξαναδεί το έργο πολλές φορές, οι άλλοι ίσως όχι. Τους ακούω που ψιθυρίζουν χαμηλόφωνα και σχολιάζουν, οι κυρίες αναθαρρημένες από την τολμηρή, οι άντρες θορυβημένοι παριστάνουν τους καμπόσους, άσε ρε, που θα τολμήσει η γκόμενα να με χαστουκίσει στην ταβέρνα κι εγώ θα τρέξω πίσω της - ένας θα τη βουτήξει απ’ τα μαλλιά και θα της χώσει τη μούρη στο πιάτο, άλλος θα την αφήσει, σκασίλα του για τις καριόλες, όλες ίδιες είναι. Ο πιο επιβλητικός, με μουστάκι και κουστούμι, μέχρι που θα της στείλει και εξώδικο για το λογαριασμό.

Ηρωίδα ή σκύλα, οι θαμώνες της λαϊκής ταβέρνας λογοφέρνουν για το ποιόν της ανυποψίαστοι. Κανείς τους δεν γυρνά να κοιτάξει εκείνον, ωραίο, μελαχρινό και σίγουρο για τον εαυτό του, που δεν τους χαλαλίζει ματιά, δε φαίνεται να νιώθει την παραμικρή αμηχανία για το ρεζίλι του, μόνο τη γυροφέρνει με σύστημα, εντείνει την καμουφλαρισμένη πολιορκία του μέχρι να την ισοπεδώσει.

Το έχω ξαναδεί αυτό το έργο, το είπαμε. Χρόνια πρωταγωνιστώ και χρόνια την πατάω. Και χαστούκι έριξα και αίτηση διαζυγίου έκανα κι ένα βράδυ μάζεψα ό,τι βρήκα στη βαλίτσα μου και πήγα να κοιμηθώ στο ξενοδοχείο. Δηλώσεις ανεξαρτησίας και τσαμπουκά, δε θα με κάνεις εσύ ό,τι θέλεις, πόσα μπορεί πια να ανεχτεί ένας άνθρωπος; Και κάθε φορά μ’ έφερνε πίσω, κάθε φορά και πιο εύκολα, ένα τηλέφωνο να βρεθούμε να συζητήσουμε, μία συνάντηση σε ουδέτερο έδαφος - εγώ δεν διανοούμαι να κάνω σκηνές δημοσίως - ούτε ένα συγγνώμη απ’ τη μεριά του. Ποτέ. Πάντα πηγαίνω περιμένοντας να απολογηθεί και πάντα καταλήγουμε να αναλύουμε το φταίξιμό μου.

Ωραίος και σίγουρος για τον εαυτό του, με τα ζητήματά του λυμένα, τις δικαιολογίες του απροβάριστες, να παρατάσσονται αυτονόητες και δεδομένες και να μ’ αφήνουν χωρίς ούτε ένα τόσο δα επιχείρημα από τα τόσα, τα πραγματικά, που θα μπορούσα να του προτάξω.

Όχι όμως αυτή τη φορά. Σήμερα θα νικήσω εγώ. Τα καταφέρνω στη δουλειά, σε όλη την υπόλοιπη ζωή μου, θα τα καταφέρω και μ’ αυτόν. Θα αντιπαρέλθω τις γοητείες και τα κολπάκια του. Αυτή τη φορά θα τον αντιμετωπίσω, θα τον νικήσω και θα ανοίξω πανιά για νέες, αφουρτούνιαστες θάλασσες.

Το ολοκαίνουριο, αποφασισμένο μου βλέμμα πιάνει κίνηση στην αυλή, τους ξέχασα αυτούς. Μακάρι να αντέξει, μακάρι να τον κοιτάξει τρυφερά, με φυσική ανωτερότητα, να πληρώσει γαλαντόμα το λογαριασμό και να φύγει!

Νοτ ίβεν κλόουζ. Την οδηγεί μέσα με σιγουριά. Προπορεύεται κρατώντας τα ποτήρια κι εκείνη τον ακολουθεί τυλιγμένη στο σακάκι του. Κάθονται στο τραπέζι τους κι ο σερβιτόρος, σαν να μην έχει μεσολαβήσει τίποτα απ’ αυτά, τους φέρνει καινούριο μπουκάλι κρασί και το δίσκο με τα ορεκτικά να διαλέξουν.

Πρέπει να φύγω γρήγορα! Πρέπει να προλάβω, να γλιτώσω, να νικήσω αυτή τη φορά κι ο μόνος τρόπος είναι να μην του επιτρέψω να με χειραγωγήσει. Ωραίος και σίγουρος για τον εαυτό του, πρέπει να φύγω γρήγορα, να μην προλάβω προπαντός να τον δω.

Ψάχνω απελπισμένη τον σερβιτόρο, σηκώνομαι, μαζεύω με φούρια τα πράγματά μου να φύγω, μακάρι να προλάβω προτού να έρθει! Γκαρσόν!

«Γεια σου, όμορφη. Άργησα λίγο, έμπλεξα στη δουλειά. Έχω αναλάβει ένα απίθανο πρότζεκτ…».

Και ξανακάθομαι παραδομένη.

Blog ποικίλης ύλης...

...και μάλλον προβοκατόρικο.