Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Επαναδημοσίευση (για να τα ξαναθυμηθούμε)

Κυριακή, 04 Ιανουαρίου 2009

This is our land, so get the fuck out of it!

(graffity by Banksy)



«Η γη τελειώνει για μας,

μας σπρώχνει στο τελευταίο μονοπάτι

και θρυμματίζουμε τα μέλη μας

για να χωρέσουμε σε αυτό.

Πού θα πάμε μετά τα τελευταία σύνορα;

Πού θα πετάξουν τα πουλιά

μετά τον τελευταίο ουρανό;»

Μαχμούντ Νταργουίς, Παλαιστίνιος ποιητής



Ό,τι κι αν διαβάσω για το παλαιστινιακό, δεν καταλαβαίνω μία. Χρόνια ολόκληρα τώρα. Από τότε που πήγαινα Δημοτικό και μάθαινα στα Θρησκευτικά πως ο Μωυσής οραματίστηκε τον Θεό να τον διατάζει να οδηγήσει τους Εβραίους προς σωτηρία στη Χαναάν. «Και τους Χαναναίους τι θα τους κάνανε, κυρία;» ρωτούσα απορημένη. Απάντηση δεν πήρα ποτέ.



Το πολιτικό κίνημα «σιωνισμός» δημιουργήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα από τον επιφανή Βιεννέζο δημοσιογράφο Τέοντορ Χερτσλ (1860-1904), ως απάντηση στην αντισημιτική έξαρση που είχε ξεσπάσει στην Ευρώπη και κορυφώθηκε με αφορμή την υπόθεση Ντρέιφους. Στόχος του κινήματος ήταν η δημιουργία ενός κράτους για τους Εβραίους, τους οποίους προσδιόριζε ως Έθνος.


Οι πρώτες περιοχές που συζητήθηκαν για την ίδρυση αυτού του κράτους ήταν η Σιβηρία, η Αργεντινή και η Ουγκάντα. Τελικά κατέληξαν στην Παλαιστίνη, αφού εκεί βρίσκονταν τα ιερά, πάτρια εδάφη. Επίσης, η Παλαιστίνη ήταν μια περιοχή χωρίς λαό (σ.σ. δηλαδή ό,τι έπρεπε) για ένα λαό χωρίς γη. Και τέλος, ένα εβραϊκό κράτος ανάμεσα στους Άραβες θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως προμαχώνας της Ευρώπης απέναντι στην Ασία, μια προωθημένη προφυλακή του πολιτισμού απέναντι στη βαρβαρότητα.


Οι διώξεις των Εβραίων στην Ευρώπη το πρώτο μισό του 20ου αιώνα ενίσχυσαν το κίνημα του σιωνισμού και τη δεκαετία του ’30 ένας μεγάλος αριθμός Εβραίων μετανάστευσε στην Παλαιστίνη, αγνοώντας προφανώς τους ντόπιους πληθυσμούς.


Η δικαίωση του κινήματος, όμως, ήρθε το 1947. Μέχρι τότε οι Εβραίοι κατείχαν το 6% της συνολικής γης και αποτελούσαν το 1/3 του πληθυσμού. Παρόλα αυτά ο ΟΗΕ υιοθέτησε απόφαση για τη διαίρεση της Παλαιστίνης σε δύο κράτη, με το 55% της γης να παραχωρείται στο Ισραήλ.


Την επόμενη χρονιά ξέσπασε ο Αραβοϊσραηλινός πόλεμος, αποτέλεσμα του οποίου ήταν να εκδιωχθούν από την πατρίδα τους 727.000 Παλαιστίνιοι, να διχοτομηθεί η Ιερουσαλήμ σε Ισραηλινή και Ιορδανική και να κυριαρχήσει η Αίγυπτος πάνω στη Λωρίδα της Γάζας.


Από τότε το Ισραήλ, με πολέμους, εποικισμούς και διεθνείς συμφωνίες, έχει καταφέρει να ελέγχει πάνω από το 75% της Παλαιστινιακής γης και το 80% των πηγών νερού της Δυτική Όχθης. Τα 2/3 των Παλαιστινίων είναι πια πρόσφυγες χωρίς δικαίωμα επιστροφής στην πατρίδα τους. Κι όσοι ζουν ακόμα εκεί φυλακίζονται από ένα τεράστιο τείχος.



Συνεχίζω, λοιπόν, να μην καταλαβαίνω μία. Μερικά πράγματα φαίνεται πως είναι πολύ πολύπλοκα για το προφανώς ανεπαρκές, ξανθό μυαλό μου. Πού θα μπορούσανε να πάνε μετά τα τελευταία σύνορα;





(Τα στοιχεία που παραθέτω είναι από την Βικιπαίδεια, τον Πολίτη, το intifada.gr και το ποίημα από τον Ριζοσπάστη.)

Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

Οδηγός Πόλης: Εξάρχεια



Στα Εξάρχεια μερικά πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ.

Το σουβλάκι απ’ τον Κάβουρρα – τόσο νόστιμο και τόσο στεγνό, μπορείς να το φας φουλ στη ντομάτα και το τζατζίκι και να μη στάξει πάνω σου ούτε στάλα. Οι αντροπαρέες που μαζεύονται στο Διπλό για να δούνε μπάλα. Η μπασκέτα και οι κούνιες - μια σουρεαλιστική παρέμβαση στην πλατεία. Μια παγωμένη μπύρα, πολύ παγωμένη, στα τραπεζάκια έξω της Όστριας ή της Ίντριγκας. Να περιμένεις ν’ αρχίσει η σεζόν στο Βοξ. Και οι Μονάδες Αποκατάστασης Τάξης.


Χτες φάγαμε το σουβλάκι μας και κάτσαμε να πιούμε τη μπύρα μας. Νωρίς.


Κατά τις δώδεκα παρά εμφανίστηκαν τα μηχανάκια της ΕΛ.ΑΣ. Καμιά δεκαριά, διπλοφορτωμένα, φέραν τρεις φορές γύρω-γύρω το τετράγωνο της πλατείας με γκαζιές και πόζα.


Και στις δώδεκα ακριβώς – τι σημειολογία! – γέμισε η γειτονιά ΜΑΤατζήδες. Αλλά γέμισε. Στα καλά καθούμενα. Μια ομάδα στη γωνία του Φλοράλ, άλλη μία πιο κάτω απ’ τη Ροζαλία και μια απέναντι στο Καφενείο. Μπορεί να ήταν κι άλλοι, δηλαδή, αλλά εγώ αυτούς πρόλαβα να δω.


Είχαμε σηκωθεί να φύγουμε, έτσι κι αλλιώς, όταν ήρθανε, τρώγαμε κρέπα και παγωτό χαζεύοντας και γελώντας στην πλατεία. Μας κόπηκε το γέλιο.


Ένα σχεδόν μεσήλικο ζευγάρι είμαστε, μικροαστοί, μισθωτοί, φορολογούμενοι, γονείς - έστω με μια, αρχαία πια, προϋπηρεσία στις συγκρούσεις. Αλλά θέλαμε να τους φτύσουμε. Να περάσουμε ανάμεσά τους και να σκουντήξουμε τις ασπίδες τους. Να τους διώξουμε με κάθε μέσο.


Σκεφτόμουν μετά, στο γυρισμό, τι κρίμα αυτή η πλατεία, τόσο ωραία πλατεία στο κέντρο της Αθήνας, σκέψου τι θα γινόταν αν δεν εμφανίζονταν κάθε τόσο αυτοί, σκέψου το Γκάζι, την Πανόρμου, τη Μαβίλλη, σκέψου να ήταν γεμάτη πολύχρωμες παρέες με τις μπύρες τους στα παγκάκια, πιτσιρικάδες με τα σκέιτμπορντ και μαμάδες με καροτσάκια.


Στεναχωρήθηκα χτες στα Εξάρχεια.

Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

"JOHNNIE SOCIETY" του Γιάννη Φαρσάρη.



Ένας θεός ξέρει από πότε έχω ν’ ασχοληθώ με το μπλογκ (αν υποθέσουμε πως υπάρχει και είναι και μπλόγκερ – τώρα που το σκέφτομαι, αρκετά πιθανό). Οι δικαιολογίες μου τετριμμένες: έχω πολλή δουλειά, άρχισαν τα παιδικά πάρτι, βαριέμαι που ζω, έχει και κάτι λιακάδες που δεν μπορώ να στρωθώ με τίποτα! Τεμπέλα εκ γενετής, τι κατάρα!

Βαρέθηκα κι αυτήν την κρίση. Ό,τι είχαμε να πούμε, το ‘παμε. Αναλύσαμε, σχολιάσαμε, τσακωθήκαμε – φτάνει. Πριν προλάβει να στεγνώσει το μελάνι μας, θα μας πούνε ότι τελείωσε και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα (lol).

Σήμερα θα σας πω για τις διαδικτυακές μου τσάρκες και τα σπουδαία που ανακαλύπτω. Που, παρεμπιπτόντως, με δικαιώνουν. Πόσες φορές δεν έχω γράψει πως η τέχνη θα έπρεπε να είναι δωρεάν, όπως και το νερό, το ψωμί, ο έρωτας και όλες οι βασικές μας ανάγκες;

Ε, λοιπόν, στο ίντερνετ άρχισε να είναι! (Μόνο η τέχνη, προς το παρόν, για τα άλλα δεν ξέρω).

Ξεκίνησα να διαβάζω το JOHNNIE SOCIETY (κλικ στον τίτλο) στο γραφείο, ένα πικραμένο χειμωνιάτικο Σάββατο, ανάμεσα σε δύο «περίμενε». Δωρεάν μυθιστόρημα στο Διαδίκτυο από τον Γιάννη Φαρσάρη, κρητικό καθηγητή πληροφορικής και ενεργό πολίτη.

Όταν σήκωσα το κεφάλι μου, είχα φτάσει στη σελίδα 47. Όχι ότι μ’ άρεσε και ιδιαίτερα το στόρι. Για την ακρίβεια, μου φαινόταν λίγο αφελές. Ένας τύπος πανέμορφος, πανέξυπνος, επιτυχημένος, που οι γκόμενες λιποθυμούσαν επί τη εμφανίσει του, ο ήλιος έλαμπε, τα πουλάκια κελαηδούσαν και ο κόσμος ήταν στρογγυλός κι αγγελικά πλασμένος.

Όμως, ήταν γραμμένο σε μια γλώσσα στρωτή και καλόβολη που έδειχνε ότι ο συγγραφέας όχι μόνο γνωρίζει άρτια, αλλά και αγαπάει τα ελληνικά. Κι αυτό με συγκινεί, τις ελάχιστες φορές που το βρίσκω. Κι επιπλέον, μου έδινε την εντύπωση πως δεν μπορεί να είναι όλα τόοοσο συμπαθητικά, κάποιο λάκκο θα έχει η φάβα.

Να μην τα πολυλογώ, διάβασα το μισό από την οθόνη και το υπόλοιπο τυπωμένο, όταν ο Φαρσάρης, ευγενέστατος, μου το έστειλε με το ταχυδρομείο και αφιερωμένο.

Ο λάκκος έχει φάβα, φυσικά. Και ο συγγραφέας θέση, άποψη και πρόταση. Τα τελευταία δύο χρόνια ξανάρχισα να διαβάζω σύγχρονους έλληνες άντρες συγγραφείς, κάτι που απέφευγα για να διαφυλάξω την πνευματική μου υγεία, και η απογοήτευσή μου ήταν απόλυτη. Φλυαρία, παλινδρόμηση, ένας τύπος δήθεν ψαγμένος που βολοδέρνει σε απίθανες καταστάσεις και αμπελοφιλοσοφεί, γυναίκες πρόθυμες στα όρια της πορνοστάρ και ματαιοδοξία, ματαιοδοξία, ματαιοδοξία. Ειλικρινά, τους διάβασα σχεδόν όλους και κάθε φορά έκλεινα το βιβλίο απελπισμένη.

Το JOHNNIE SOCIETY είναι το ακριβώς αντίθετο. Γλυκό, τρυφερό, ρομαντικό – συμφωνείς ή διαφωνείς με την ιδεαλιστική και όμορφα ντεμοντέ άποψη του συγγραφέα, καταλαβαίνεις πως δεν το ΄γραψε ούτε για να κάνει τον καμπόσο, πόσο μάλλον τον ωραίο διανοούμενο.

Το έγραψε γιατί είχε κάτι να πει. Και το λέει ευγενικά, με τέχνη και πανέμορφα ελληνικά. Φτιάχνει μια ιστορία που κυλάει αβίαστα και φυσικά, εκτυλίσσεται σε μέρη αληθινά και αναγνωρίσιμα και οι χαρακτήρες του είναι ζωντανοί και ανθρώπινοι.

Τίποτα δεν προσπαθεί να σ’ εντυπωσιάσει σ’ αυτό το βιβλίο. Μάλλον να σε καλωσορίσει επιθυμεί. Να σου δώσει να απολαύσεις μια ιστορία ακέραιη που σε απορροφά και δυσκολεύεσαι να ξεχάσεις. Και να σου κάνει μια ξεκάθαρη πρόταση που αν θες κρατάς, αν θες την αφήνεις. Πάντως, αναγνωρίζεις τη γενναιότητα με την οποία ο συγγραφέας την εκθέτει προς συζήτηση και κρίση.

Ο κυνικός εαυτός μου μειδιά σκωπτικά με όλη αυτήν την καλοσύνη. Αλλά το βιβλίο το ευχαριστήθηκα. Και σας προτείνω ολόψυχα να το διαβάσετε. Δωρεάν.

Παρασκευή, 7 Μαΐου 2010

Mikroastes reloaded!



Νέο κεφάλαιο. Επίκαιρο και αφιερωμένο.

Πέμπτη, 6 Μαΐου 2010

150.000 ζωές

“…Να κι οι αστόχαστοι που ποτέ δεν αμφιβάλλουν.
Η χώνεψή τους είναι άψογη, κι η κρίση τους αλάθευτη.
Δεν πιστεύουν στα γεγονότα, πιστεύουν μόνο στον εαυτό τους.
Αν χρειαστεί, πρέπει αυτούς τα γεγονότα να πιστέψουν
…”

(Εγκώμιο στην αμφιβολία, Bertholt Brecht).

Η ιδέα μιας ειρηνικής επανάστασης, μιας ανατροπής χωρίς βία και αίμα είναι αστεία. Τίποτα δεν αλλάζει ειρηνικά και αναίμακτα. Ειδικά οι κοινωνικές δομές.

Όμως, αυτό που έγινε χτες δεν ήταν επανάσταση. Οι 150.000 άνθρωποι που κατέβηκαν στο δρόμο δεν ήθελαν να ανατρέψουν την κοινωνική και πολιτική τάξη. Ακόμα και αυτοί που από πολιτική θέση το επιδιώκουν, δεν κατέβηκαν χτες γι αυτό.

Επίσης, δεν κατέβηκαν γιατί ήταν οργισμένοι, όπως τον προπερασμένο Δεκέμβρη. Ούτε αγανακτισμένοι.

Κατέβηκαν, καταρχάς, γιατί προσβλήθηκαν (επιτέλους). Γιατί ένιωσαν πως νισάφι πια μ’ αυτήν την κοροϊδία. Μ’ αυτήν την υποτίμηση της όποιας νοημοσύνης τους και αξιοπρέπειας από την όποια κυβέρνηση.

Και μετά ενθουσιάστηκαν. Όταν διαπίστωσαν πως είναι πολλοί. Και δυνατοί.

Χτες θα μπορούσαν να έχουν κερδηθεί 150.000 ζωές. Αντί γι αυτό χάθηκαν τέσσερις.

Κι άρχισαν οι αστόχαστοι να αγορεύουν. Στη βουλή, τα κανάλια και τα καφενεία. Πως πρέπει να δείξουμε σύνεση. Αυτοσυγκράτηση. Εθνική ομοψυχία. Να ερμηνεύουν τη δολοφονία με όρους λογικής. Με όρους λογικής το παράλογο.

Και κανείς δε βρέθηκε, φυσικά, να πει τα αυτονόητα:

1. Όσο τα ΜΑΤ παρεμβαίνουν στη δημοκρατία, θα γίνονται επεισόδια.

2. Όσο οι «κουκουλοφόροι» βγαίνουν από τα μπλοκ της αστυνομίας θα θρηνούμε θύματα.

Δεν έχω όρεξη να αναλύσω τίποτα. Σκέφτομαι, όπως και τον προπερασμένο Δεκέμβρη, πώς είναι να χτυπάει το τηλέφωνο και να σου λένε πως δεν θα ξαναδείς αυτόν που αγαπάς. Γιατί τυχαία κάποιοι τον ενέταξαν στις παράπλευρες απώλειες.

Και, όπως πάντα, η ευθύνη να μένει ορφανή.

Blog ποικίλης ύλης...

...και μάλλον προβοκατόρικο.