Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Τα στάδια του πένθους

Άρνηση

Ο Στέφανος βγαίνει από την πλαϊνή πόρτα της βιοτεχνίας στο χωματόδρομο. Τραβάει το φερμουάρ του μπουφάν του μέχρι το λαιμό και βάζει τα χέρια στις τσέπες. Ο αέρας του ανακατεύει τα μαλλιά και του φέρνει σκόνη στα μάτια και το στόμα. Βλέπει μια πέτρα μπροστά στο αριστερό του πόδι και την κλωτσάει ανόρεχτα στην άκρη. Χτυπάει το κινητό του.
・    Παρακαλώ; Καλημέρα κύριε Σταματόπουλε! Τι μου κάνεις; Ναι, έξω είμαι. Μην τα συζητάς, παλιόκαιρος. Μας έχει τρελάνει αυτός ο βοριάς. Να φανταστείς, χτες βράδυ μας έσκισε την τέντα της βεράντας. Ναι, σου λέω! Ο πιτσιρικάς ξύπνησε κλαίγοντας από το θόρυβο και μας ξαγρύπνησε όλη νύχτα. Χε, χε, πού θα πάει θα μεγαλώσει κι αυτός. Ναι. Για πες μου. Έτοιμα είναι, κύριε Σταματόπουλε. Πιστεύω μέχρι το μεσημέρι θα τα 'χεις. Τα παραστατικά θα κόβανε από το λογιστήριο και θα φορτώνανε. Μην ανησυχείς, αφού σου είπα θα το κανονίσω. Ναι, σου λέω. Μίλησα στον Μπρατσάκη και δεν έχει αντίρρηση. Τόσα χρόνια πελάτης είσαι, έχουμε εμπιστοσύνη. Το ξέρω, κύριε Σταματόπουλε, κι εμείς τα ίδια τραβάμε. Έχουνε πέσει οι δουλειές πενήντα τα εκατό. Και οι επιταγές, από εξάμηνο και πάνω...
Ο δυνατός αέρας σκεπάζει τη φωνή του και, όπως κατεβαίνει τον γκρίζο δρόμο με το γκρίζο μπουφάν και τα γκρίζα του μαλλιά,  ανοιγοκλείνοντας το στόμα χωρίς ήχο, μοιάζει σαν ήρωας βουβής ταινίας. Κλείνει το κινητό και το βάζει στην τσέπη του. Μετά στέκεται φευγαλέα, το ξαναβγάζει και το απενεργοποιεί.



Θυμός

Το συνοικιακό σούπερ μάρκετ είναι σχεδόν άδειο, μεσοβδόμαδα, δέκα και είκοσι το πρωί. Δυο κοπέλες τακτοποιούν τα πράγματα σε αντικριστά ράφια και γελάνε με ένα προηγούμενο αστείο. Η πιο λεπτή βλέπει το Στέφανο που έρχεται προς το μέρος τους.
・    Ο άντρας σου, Ειρήνη. Πάω στην αποθήκη να φέρω οδοντόκρεμες.
Η Ειρήνη χαμογελάει στον άντρα της με νάζι. Εκείνος την πιάνει από το μπράτσο, χωρίς να της μιλήσει, και την τραβάει προς την έξοδο.
・    Πού με πας, αγάπη μου; Δεν μπορώ να βγω τώρα. Ο προϊστάμενος έχει φάει τα λυσσακά του από το πρωί, τρίτη φορά με βάζει να φτιάξω το ίδιο ράφι! Ψυχή δεν έχει πατήσει...
Εκείνος την αγνοεί και την παίρνει μαζί του έξω.
・    Δεν σου 'χω πει πως δεν θέλω να κάνεις παρέα μ' αυτήν; Έχει πάρει τη μισή Αργυρούπολη, πάει με όποιον την κεράσει μια μπύρα. Δεν γουστάρω να σε βλέπει ο κόσμος να της μιλάς!
Η Ειρήνη προσπαθεί να του εξηγήσει πως δεν κάνουν παρέα, συνάδελφοι είναι, λένε καμιά βλακεία να περάσει η ώρα. Πώς να την παλέψει τόσες ώρες ορθοστασία αν δεν χαζολογήσει λιγάκι;
・    Δε χρειάζεται να χαζολογάς! Είσαι παντρεμένη γυναίκα, έχεις μωρό παιδί. Να κάνεις τη δουλειά σου και να μη δίνεις δικαιώματα. Δεν θέλω να λένε πως η γυναίκα μου είναι χαζοχαρούμενη και κάνει παρέα με τσουλιά!
Η Ειρήνη γουρλώνει τα μάτια και καταπίνει το σάλιο της. Απλώνει το χέρι της να του φτιάξει τα μαλλιά που έχει ανακατέψει ο αέρας αλλά εκείνος την αποτρέπει.



Διαπραγμάτευση

・    Λέγε! Οσασούνα-Μάλαγα, άσσο ημίχρονο, χι τελικό; Ή να το παίξω όβερ;
Ο Στέφανος δεν απαντάει. Βγάζει το κινητό του και το ξαναενεργοποιεί. Τρεις αναπάντητες. Ειρήνη, γονείς και ένας άγνωστός του αριθμός. Από καμιά τράπεζα.
・    Πω, ρε πούστη, πάλι τον ξέχασα τον πατέρα μου! Κάτι του κάνανε με τη σύνταξη, εβδομήντα ευρώ λιγότερα του βάλανε αυτόν τον μήνα. Πρέπει να πάω στο ΙΚΑ να ρωτήσω.
Ρίχνει μια ματιά στο ρολόι του και μετά αρπάζει το κινητό του και βγαίνει έξω. Καλεί έναν αριθμό και περιμένει να το σηκώσουν κόβοντας βόλτες στην πρασιά του πρακτορείου.
- Κύριε Γιώργο; Ο Στέφανος είμαι. Ο Τσίγκας, από τις πωλήσεις. Τι να κάνω, κύριε Γιώργο; Ήρθε ο Θωμάς πρωί-πρωί και μου είπε πως απολύομαι. Του λέω, το ξέρει ο κύριος Μπρατσάκης; Πως κάνεις το μάγκα στους εργαζόμενους; Εγώ είμαι έξι χρόνια στην εταιρία και φέρνω τις καλύτερες πωλήσεις...Ναι. Μου το είπε. Ναι, αλλά εγώ έχω γυναίκα και παιδί, τι θα τους πω; Η εταιρία μου κάνει περικοπές και από αύριο δεν θα έχουμε να πληρώσουμε το νοίκι; Εγώ του το 'πα και του Θωμά, δέχομαι να μειώσουμε και το μισθό - τα έξτρα, έτσι κι αλλιώς, τα κόψατε από πέρσι...Ναι, αλλά οι πελάτες μου...Θα το μετανιώσεις, κύριε Γιώργο, αυτοί εμένα θέλουνε, όπου πάω θα τους πάρω μαζί μου...Γελάς; Γέλα όσο θέλεις, δεν περίμενα μετά από τόσα χρονιά να...Εντάξει! Θα περάσω, λοιπόν, αύριο το πρωί να πάρω την αποζημίωσή μου...Τι εννοείς; Έξι χρόνια είμαι στην εταιρία, ένα μισθό για κάθε χρόνο δικαιούμαι, συν τα μπόνους τα περσινά...Ποια σύμβαση έληξε, κύριε Γιώργο; Αυτά μου είχες πει είναι τυπικά! Πως το κάνεις για να παίρνουμε την επιδότηση και πως εγώ είμαι καλυμένος!
Ο Στέφανος ουρλιάζει, η φωνή του ξεπερνά το βουητό του αέρα και αντηχεί στο συνοικιακό δρόμο σπαρακτική. Κλείνει το τηλέφωνο στη μέση της πρότασης, το κρατά μπροστά στο πρόσωπό του και το κοιτά με απορία. Το κουνάει δυο-τρεις φορές σαν να μην πιστεύει πως βρίσκεται στα χέρια του και, για άλλη μια φορά, το απενεργοποιεί.



Κατάθλιψη

Το υπόγειο μπαρ είναι πιο σκοτεινό κι από το δρόμο. Ο Στέφανος, σκαρφαλωμένος σε ένα σκαμπό, στέλνει μήνυμα. "Έχω πολλή δουλειά. Θα αργήσω. Μη με περιμένετε. Κοιμηθείτε. Φιλιά". Αποστολή στην Ειρήνη και απενεργοποίηση. Μπροστά του έχει ένα ποτήρι ουίσκι και ένα μπολ με ξηρούς καρπούς και φλούδια.
- Συγγνώμη, μήπως σου βρίσκεται κανένα τσιγάρο;
Η γυναίκα πίσω από τη μπάρα είναι μέσης ηλικίας, ξανθιά, με όμορφα γαλάζια μάτια και πλούσιο μπούστο. Μιλάει τα ελληνικά σωστά, αλλά σπαστά, με μια προφορά βαριά και βόρεια. Τον ρωτάει αν το 'χει κόψει.
- Εκατό φορές, της απαντάει αυτός γελώντας. Αλλά σήμερα με βλέπω να το ξαναρχίζω.
Της δείχνει έξω την επιγραφή που βασανίζει ο αέρας.
Εκείνη σηκώνει τους ώμους, ακουμπάει μπροστά του τσιγάρα κι αναπτήρα κι έπειτα στηρίζει τους αγκώνες της στο μπαρ και το σαγόνι στις παλάμες της.
- Στεναχώριες;
Ο Στέφανος δεν της απαντά. Ανάβει ένα τσιγάρο, φυσά τον καπνό και τον κοιτάζει να διαχέεται στο χρωματιστό φως. Εκείνη περιμένει. Εκείνος χαμηλώνει τα μάτια στο πάτωμα. Όταν τα σηκώνει γυαλίζουν. Κι αρχίζει να της μιλάει για τον πατέρα του. Που γύριζε απ' την οικοδομή, πλενόταν έτρωγε, ξάπλωνε μια ώρα κι έπειτα έφευγε για το συνδικάτο. Γύριζε για να δει τις ειδήσεις των εννιά και μετά ξάπλωνε στην πολυθρόνα με ένα βιβλίο μέχρι να τον πάρει ο ύπνος. Κάθε μέρα. Τα Σάββατα τους πήγαινε, αυτόν και τη μάνα του, στην πλατεία για πίτσα και την Κυριακή στους γονείς της για το καθιερωμένο τραπέζι. Κάθε βδομάδα. Το καλοκαίρι στους δικούς του γονείς στο χωριό, δεκαπέντε μέρες τον Αύγουστο. Κάθε χρόνο.
- Και τι κατάλαβες; του 'λεγα όταν μεγάλωσα. Από τη ζωή σου κι από τους αγώνες σου; Ξύπνα, του 'λεγα. Οι καιροί άλλαξαν. Τα αφεντικά δεν είναι όπως παλιά, τώρα τον σέβονται τον εργαζόμενο, εκτιμούν τα πτυχία του, τη δουλειά του. Εγώ που δουλεύω πληρώνομαι, του 'λεγα. Οι τεμπέληδες τρέχουν στα συνδικάτα και τα ταμεία ανεργίας.
Σταματά να μιλά, σκύβει το κεφάλι του στα χέρια του κι αρχίζει να κλαίει. Με λυγμούς και παράπονο, σαν μικρό παιδί. Η γυναίκα τα χάνει προς στιγμήν κι ύστερα απλώνει το χέρι της και του χαιδεύει τα μαλλιά καθησυχαστικά, με κατανόηση.
- Με απέλυσαν, της λέει σαν να μη μπορεί να το πιστέψει. Με διώξανε. Κι ούτε αποζημίωση, ούτε ΟΑΕΔ, ούτε τίποτα. Πώς θα το πω στην Ειρήνη; Τι θα τους πω;
Εκείνη του ξαναγεμίζει το ποτήρι, ανάβει ένα τσιγάρο και του το δίνει.



Αποδοχή

- Έλα, πατέρα. Σε ξύπνησα;
Ο Στέφανος βάζει μπρος το αυτοκίνητο και μιλάει στο κινητό ενώ ξεπαρκάρει.
- Όχι, μωρέ, δεν θα πάω σήμερα στη δουλειά, θα στα πω από κοντά. Όχι, βρε, μην ανησυχείς, μια χαρά είναι και οι δύο. Θα περάσω το μεσημέρι από κει, θα τον πάρω από το σταθμό και θα στον φέρω να φάμε. Πες στη μαμά να κάνει χάντρες, ξέρει αυτή. Να σου πω. Πάω απ' το ΙΚΑ να ρωτήσω για τη σύνταξη και μετά λέω να κατεβώ από το σωματείο μου. Ναι, να γραφτώ. Πώς τον λένε εκείνο τον γνωστό σου, που μου 'λεγες; Κάτσε, ρε πατέρα, μια στιγμή να το σημειώσω...




 
 
 
ΕλΦ 2011

Blog ποικίλης ύλης...

...και μάλλον προβοκατόρικο.