Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008

Καλοκαιρινές εμμονές reloaded

Λίγο αφηρημένους σας βρίσκω τον τελευταίο καιρό. Εκτός από ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, οι περισσότεροι μου φαίνεται πως αγωνίζεστε να προσαρμοστείτε στις μικρότερες μέρες. Κι εγώ. Έχω κατεβάσει τις σακούλες με τα χειμωνιάτικα και τα έχω στολίσει στο πάτωμα της κρεβατοκάμαρας. Δεν θέλω, μα καθόλου, να τα τακτοποιήσω στις ντουλάπες.

Όμως, μικρότερες μέρες σημαίνει μεγαλύτερες νύχτες. Γι αυτό σκέφτομαι να πάω να καλοδεχτώ τον χειμώνα λίγο πιο βόρεια. Εξάλλου, είχα τάξει στο Πρόσωπο ένα ταξίδι στο βουνό. Θα τον πάω σε ποτάμι, το ίδιο είναι.

Επιστρέφω στο τέλος της επόμενης εβδομάδας. Ελπίζω δριμύτερη. (Και αβλαβής).

Σας αφήνω κατά σειρά εμφάνισης:
- Μια φωτογραφία μου για να θυμάστε πάντα πως είμαι (περίπου)
- Τα σοφά λόγια ανώνυμου ποιητή
- Κι ένα τραγούδι που αναδεικνύει το τέλος του φετινού μου καλοκαιριού

Indeed, λοιπόν.

Περιθωριακά

Στο διάκενο μιας ζωής ασυναγώνιστης

Στο μυστικό δωμάτιο

Μιας ισορροπημένης ανίας.

Γιατί η αμέλεια έχει ανάγκες

Και τα στερεότυπα δύναμη.

Έτσι που αποφάσισε ν’ ανατείλει το μυαλό σου

Δίπλα από κει που έδυσε το σώμα σου.

Indeed, λοιπόν.

My friend.








Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2008

O dr.Seeng τρελάθηκε...

...και μοιράζει βιβλία!!!



Όχι αβασάνιστα. Πρέπει να επισκεφτείτε το ιατρείο του και να αποδείξετε τις γνώσεις σας στην ελληνική παράδοση. Και την πολιτική επικαιρότητα, βεβαίως-βεβαίως.

Επειδή:
  • Το ξωτικό έχει εκφράσει επανειλημμένα την άποψη πως τα βιβλία πρέπει να χαρίζονται
  • Το σατιρίζειν εστί φιλοσοφείν
  • Ο Κωστής, κατά κόσμον dr.Seeng, είναι πια φίλος,
κάντε μου τη χάρη και πηγαίνετε να μαντέψετε τις παροιμίες. Εγώ θα τεμπελιάσω λίγο ακόμα και θα τα πούμε από βδομάδα. Σας φιλώ στα μούτρα.

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

Ντολμαδάκια. Γονική συναίνεση απαραίτητη.

Update 17.10

Σε αυτά τα γενέθλια, το δώρο θα το πάρω εγώ.
Υποκλίνομαι. Σήκω.




(Πλάκα κάνω. Μην το δώσετε να το διαβάσουν οι γονείς σας, μεγάλοι άνθρωποι, κι έχουμε άλλα!)

Μία ντολμαδάκια για την aKanonisti!!!


Ο Αργύρης σιχαινόταν τα ντολμαδάκια. Κι ας τα ‘τρωγε κάθε Κυριακή από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. Ή μπορεί γι αυτό. Η μάνα του είχε καταγωγή απ’ την Πόλη και θεωρούσε υποχρέωσή της να τα τυλίγει και να τα στολίζει με περηφάνια στο οικογενειακό τραπέζι άπαξ εβδομαδιαίως. Ευτυχώς πάντα ως ορεκτικά. Γιατί αλλιώς ο Αργύρης θα πέθαινε στην πείνα.


Εννοείται πως δεν είχε μιλήσει σε κανέναν γι αυτή του την απέχθεια. Δεν ήταν στο χαρακτήρα του. Έτσι έβαζε κανά δυο στο πιάτο του και έκανε ότι τα τρώει. Πώς τη μισούσε αυτή τη γλίτσα! Αυτή τη γλυκερή υγρασία του ρυζιού, με τις ανακατωμένες μυρωδιές και το αμπελόφυλλο που τις κρατούσε καλά-καλά παγιδευμένες, κι από πάνω το πηχτό αβγολέμονο, υπόλευκο και γλοιώδες, να μη μπορεί ούτε να το βλέπει.


Απ’ την Πόλη καταγόταν κι η γυναίκα του. Κόρη της φίλης μιας φίλης. Σχεδόν προξενιό. Καλή, σεμνή και με διαμέρισμα στο Ζωγράφου. Μόνο που εκείνη δεν έφτιαχνε ντολμαδάκια. «Ά πα πα, είναι μπελαλίδικα» έλεγε κουνώντας πάνω κάτω το χέρι. Η Αφροδίτη δεν έκανε τίποτα μπελαλίδικο. Από τη στιγμή που έβγαλε το νυφικό μεταμορφώθηκε σε μια νωθρή και τεμπέλα φώκια. Δε δούλευε, δεν έβγαινε, δεν είχε φίλες. Όλη μέρα τριγυρνούσε με μια ρόμπα κι έβλεπε τηλεόραση. Μόνο για τα λεφτά νοιαζόταν. Λες και τα ξόδευε! Με το που της έφερνε το μισθό του άρχιζε να τα υπολογίζει. Τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι, λογαριασμοί, κοινόχρηστα. Και τα υπόλοιπα τα έβαζε «στην άκρη». Για μια ώρα ανάγκης. Πάμε μια βόλτα, της έλεγε ο Αργύρης, να πιούμε ένα κρασί σαν άνθρωποι. Όχι. Μόνο σε γάμους πήγαινε και κηδείες. Για να καμαρώνει το σόι την ευτυχία τους.


Ούτε παιδιά είχαν. Η Αφροδίτη δεν ήθελε. «Α πα πα, είναι μπελαλίδικα». Ε, βέβαια, ν’ αφήσει τα πρωινάδικα για να πιάσει το μπιμπερό; Είκοσι χρόνια παντρεμένοι και τον είχε με το προφυλακτικό. Όταν τον είχε. Και μόνο για τα βασικά. «Όχι αυτό, σιχαίνομαι! Μη αυτό, πονάω! Δεν μπορώ, έχω πονοκέφαλο. Α πα πα, τρελάθηκες, χριστιανέ μου;»


Εκείνη τη μέρα ο Αργύρης έκλεινε τα 50. Είχε απ’ το πρωί ένα φούσκωμα στο στέρνο, μια στενοχώρια να σκάσει. Πήγε στην τράπεζα και δεν μπορούσε να σταθεί πουθενά, ούτε ανάσα να πάρει. Κατά τις έντεκα προφασίστηκε ένα εξωτερικό ραντεβού και την κοπάνησε. Περπατούσε άσκοπα στην Αθήνα με μεγάλα βήματα και το κεφάλι σκυφτό, κι όσο περπατούσε τόσο φούντωνε. Για τη μιζέρια και τη ματαιότητα της ζωής του. Για τα πενήντα χρόνια που πέρασε δειλός, σκυφτός και άτολμος.


Με τη φούρια του βαδίσματος έφτασε στο Ζωγράφου. Αισθανόταν όλο του το αίμα στο κεφάλι. Να τον πιέζει αφόρητα. Μπήκε στο σπίτι βαρύς και πήγε στο σαλόνι, να τη βρει χαζή μπροστά στο χαζοκούτι, να τα βάλει μαζί της να ξεσπάσει. «Ήρθες, Αργύρη μου;» του φώναξε από την κουζίνα. «Τόσο νωρίς; Δεν έχω προλάβει ακόμα να τελειώσω». Η φωνή της ερχόταν από μέσα σαν ψεύτικη και γλυκερή, μαζί με μια οικεία μυρωδιά που αρνιόταν ν’ αναγνωρίσει. Τι φτιάχνεις, τη ρώτησε. «Ντολμαδάκια, Αργύρη μου, για τα γενέθλιά σου!»


Όχι ντολμαδάκια, όχι ρε πούστη μου, όχι ντολμαδάκια, μωρή ρουφιάνα του κερατά! Μπήκε στην κουζίνα έξω φρενών. «Δε θέλω ντολμαδάκια για τα γενέθλιά μου», της είπε μέσα απ’ τα δόντια του με μια φωνή άγρια και ξένη. Η Αφροδίτη τον κοίταξε απορημένη. «Μα είναι τ’ αγαπημένα σου» ψέλλισε υποχωρώντας μέχρι που κάθισε στην καρέκλα. «Δε θέλω ντολμαδάκια για τα γενέθλιά μου», συνέχισε αυτός. «Θέλω να μου πάρεις μια πίπα». Η Αφροδίτη τον κοίταξε έντρομη. «Α πα πα, Αργύρη μου, τι είν’ αυτά που λες, δεν μπορώ να το κάνω αυτό το πράμα, σιχαίνομαι!»


«Σιχαίνεσαι; ΣΙΧΑΙΝΕΣΑΙ; Τώρα θα δεις που σιχαίνεσαι, μωρή καριόλα, μαλακισμένη, μωρή ρουφιάνα του κερατά!». Ο Αργύρης ξεκούμπωσε τη ζώνη, κουμπί, φερμουάρ και κατέβασε τα βρακιά του μέχρι το πάτωμα. Άνοιξε την κατσαρόλα με τους ντολμάδες που περίμεναν ξαπλωμένοι το αβγολέμονο, πήρε έναν, τον ξετύλιξε κι άπλωσε τη γέμιση πάνω στο ερεθισμένο του πέος. Μετά το τύλιξε καλά-καλά με το αμπελόφυλλο και της το κόλλησε στη μούρη. «Τα ντολμαδάκια δεν τα σιχαίνεσαι, όμως. Τα ντολμαδάκια σ’ αρέσουνε, δε σ’ αρέσουν, αγάπη μου;».


Και μ’ αυτά τα λόγια την άρπαξε απ’ τα μαλλιά και της τον έχωσε στο στόμα, έτσι τυλιγμένον με το αμπελόφυλλο, βαθιά μέχρι το λαρύγγι, μέχρι που είδε τα ορθάνοιχτα μάτια της να δακρύζουν.



Το ελαφρολαϊκό άσμα που ακολουθεί το ακούτε με δική σας ευθύνη - μη μου ζητάτε μετά τα ρέστα. Αφιερωμένο στην παρέα της Κυριακής. Παιδιά, αυτό σας έλεγα.








Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

Στάλιν vs Χίτλερ: 1-0. Ένα ποστ στο safe mode.

Όπως θα έχετε όλοι αντιληφθεί, το μυαλό μου αυτόν τον καιρό λειτουργεί στο safe mode. Ίσα-ίσα για τα βασικά: εισπνοή, εκπνοή, πάμε πάλι. Προχτές το μεσημέρι έκατσα σε ένα καφέ, για ησυχία, με το filofax ανοιχτό μπροστά μου μήπως και καταφέρω να οργανώσω αυτόν τον ρημαδομήνα πριν τελειώσει σαν τους προηγούμενους. Τελικά, έγραψα ένα διήγημα. Συμπαθητικό, δε λέω, αλλά άσχετο.

Δε συζητάμε για ποστ. Έχω ένα σωρό μεγαλόπνοα σχέδια για πολλή προβοκατόρικη ανάλυση διαφόρων συγκλονιστικών και άλλη τόση κουβέντα μαζί σας, αλλά δεν. Τα παρατάω κι εγώ όπως έχουν γιατί, όπως σοφά λέει και η beth, είναι πολύ ψυχοφθόρο να σκέφτεσαι αυτά που έχεις να κάνεις και να μην. Καθαρίζω τις εκκρεμότητές μου, λοιπόν. Με αποστολή ή οριστική διαγραφή. Καλά, προσωρινή έστω.

Έτσι αποφάσισα να γράψω για ένα πράγμα που ξέρω καλά: βιβλία. Και συγκεκριμένα, για ένα βιβλίο, που διάβασα το καλοκαίρι κι ενθουσιάστηκα. Μόνο που δε σηκώθηκα όρθια να βαρέσω παλαμάκια. Χρόνια είχα να αγαπήσω ένα βιβλίο τόσο πολύ.

«Το μάταιο χθες» του Isaac Rosa, μετ. Κ. Φιλιππίδης, εκδ. ΠΟΛΙΣ 2008.
Ο συγγραφέας είναι Ισπανός, γεννημένος το 1974. Έχει γράψει κι άλλα βιβλία αλλά εγώ τον γνώρισα μέσα από αυτό.





Το μότο που επέλεξε για να το χαρακτηρίσει είναι μια εκπληκτική φράση του A. Machado:
«Το μάταιο χθες θα γεννήσει ένα κενό και – ευτυχώς – εφήμερο αύριο».

Σκεφτείτε αυτή τη φράση. Και πάμε στο στόρι:

Ένας άχρωμος, άοσμος και αμέτοχος καθηγητής του Πανεπιστημίου της Μαδρίτης κι ένας επαναστάτης, ωραίος, αμφιλεγόμενος φοιτητής εξαφανίζονται κατά τη διάρκεια της φρανκικής δικτατορίας. Ο πρώτος απάγεται και μεταφέρεται στο Παρίσι, ο δεύτερος συλλαμβάνεται και έκτοτε η τύχη του αγνοείται. Οι δυο τους δε φαίνεται να έχουν καμία σχέση, εκτός από αυτή του ιδεολογικού αντίπαλου: ο φοιτητής φανατικά κατά του καθεστώτος, ο καθηγητής αφηρημένα υποταγμένος σ’ αυτό. Παρόλα αυτά, πριν εξαφανιστούν από προσώπου γης, συναντώνται για δυο ώρες κεκλεισμένων των θυρών στο γραφείο του καθηγητή στο Πανεπιστήμιο.

Χρησιμοποιώντας αυτές τις δυο αναγνωρίσιμες φιγούρες Ισπανών της εποχής της χούντας, του επαναστάτη και του βολεμένου, ο Rosa φτιάχνει έναν ολόκληρο στοχασμό πάνω στη δημιουργία και την κατανόηση της ιστορικής αλήθειας. Αντιγράφω:

«…Είναι πολλοί οι μυθιστοριογράφοι, οι δημοσιογράφοι και οι δοκιμιογράφοι (αλλά και οι κινηματογραφιστές, ας μην τους ξεχνάμε) που, συνειδητά ή ασυνείδητα, μας μεταφέρουν μια διαστρεβλωμένη εικόνα του φρανκισμού, όπου το βάρος των περιγραφών πέφτει στις πιο χυδαίες πλευρές του: την αλλόκοτη επίσημη γλώσσα, τον κοιλαρά στρατηγίσκο με την τσιριχτή φωνή που προκαλεί γέλιο μάλλον παρά τρόμο, της παράνοια για τους «εχθρούς της πατρίδος», τις φροϋδικές υπερβολές του κλήρου, τις θανατικές καταδίκες με τους λεκέδες από τηγανόψωμο και σοκολάτα, τις γερασμένες εποποιίες των σχολικών εγχειριδίων, τη χυδαία αισθητική του εθνικού μας καθολικισμού, το σουρεαλιστικό παραλήρημα της λογοκρισίας. Δημιουργείται έτσι η εύπεπτη εικόνα μιας «μπανανίας».
Η πραγματικότητα όμως μας δείχνει μια στυγνή δικτατορία που εφάρμοσε, με μεθοδικότητα και μέχρι την τελευταία ημέρα της ζωής της, τις πιο εκλεπτυσμένες τεχνικές βασανιστηρίων, λογοκρισίας, πνευματικής καταπίεσης, πολιτιστικής χειραγώγησης και δημιουργίας ψυχολογικών σχημάτων από τα οποία, μέχρι σήμερα, δεν έχουμε απαλλαγεί οριστικά. Μ’ αυτό τον τρόπο διαμορφώνεται μια μνήμη όχι χρησιμότητας, αλλά φετιχισμού· μια μνήμη όχι γνώσης, αλλά κουτσομπολιού· μια μνήμη όχι λόγων, έργων και ευθυνών, αλλά ανεκδότων. Σε τελική ανάλυση, μια μνήμη μάλλον συναισθηματική παρά ιδεολογική».

«Το μάταιο χθες», επαναλαμβάνω, είναι από τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει στη ζωή μου. Κι από τα ελάχιστα που ο συγγραφέας στηρίζει και υποστηρίζει μια συγκεκριμένη και ξεκάθαρη θέση. Δε γράφω παραπάνω. Διαβάστε το. Ανεπιφύλακτα.



Ξανακοιτάζοντας το εν λόγω βιβλίο για το παρόν ποστ και στοχαζόμενη πάνω στην ιστορική αλήθεια και τον τρόπο που την αντιλαμβανόμαστε, θυμήθηκα αυτό το θέμα που έχει προκύψει στο Ευρωκοινοβούλιο. Θα το έχετε ακουστά: 409 ευρωβουλευτές υπόγραψαν δήλωση που εισηγείται να «ανακηρυχθεί η 23η Αυγούστου Ευρωπαϊκή Ημέρα Μνήμης για τα θύματα των εγκλημάτων του σταλινισμού και του ναζισμού». Οι συντάκτες της δήλωσης αναφέρουν ότι «οι μαζικές εκτοπίσεις, οι δολοφονίες και οι υποδουλώσεις που διαπράχθηκαν στο πλαίσιο των επιθέσεων του σταλινισμού και του ναζισμού, εμπίπτουν στην κατηγορία των εγκλημάτων πολέμου και των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας για τα οποία δεν ισχύουν οι νόμιμες παραγραφές, βάσει του διεθνούς δικαίου».

Και λέω εγώ τώρα, με το ξανθό μου ξωτικό μυαλό: Αυτά τα εγκλήματα πολέμου, έγιναν σε έναν πόλεμο όπου σταλινισμός και ναζισμός (αν υποθέσουμε πως μπορούν να συγκριθούν οι δυο όροι, μια και ο πρώτος προκύπτει από το όνομα και μόνο ενός ηγέτη ενός καθεστώτος στο οποίο παρέμεινε συνεπής, ενώ ο δεύτερος από δομημένη ιδεολογία, στα πλαίσια μεν του καπιταλισμού αλλά με τελείως διακριτά χαρακτηριστικά –αλλά αυτή είναι μια άλλη μεγάλη συζήτηση) υπήρξαν αντίπαλοι. Εχθροί. Δηλαδή, οι Σοβιετικοί πολέμησαν τον ναζισμό στο πλευρό των Συμμάχων. Και νίκησαν (οέ, οέ, οέ). Εμείς, και οι ευρωβουλευτές, σ’ αυτόν τον πόλεμο με ποιους είπαμε πως είμασταν;

Δε συμμερίζομαι την άποψη του ΚΚΕ πως πρόκειται για υστερική αντικομμουνιστική επίθεση. Έχω πάψει από καιρό να πιστεύω σε θεωρίες συνομωσίας. Έχω ξαναγράψει πως τείνω περισσότερο να συμφωνήσω με τη θεωρία της βλακείας, όπου ένας την κάνει και μετά τρέχουμε να τη συμμαζέψουμε. Γιατί τι άλλο από βλακεία μπορεί να είναι όλη αυτή η ανάγκη του πολιτικώς ορθού, όπου όλα ισοπεδώνονται εκτός από τα εντελώς ανούσια που δικαιώνονται πανηγυρικά;

Και στο φινάλε, όταν συζητάμε για Ευρωκοινοβούλιο και κοινή ευρωπαϊκή πολιτική, για Ημέρες Μνήμης και καταδικαστικά ψηφίσματα, θα ήθελα αν μη τι άλλο να δω συγκεκριμένες επιστημονικές έρευνες με τα εγκλήματα του ενός και του άλλου. Με ντοκουμέντα και αναλύσεις. Όχι την αγράμματη άποψη δυο βουλευτών της ΝΔ κι ενός του ΛΑΟΣ.

Τελικά, ο Ισπανός ποιητής έπεσε μέσα: Το μάταιο χθες όντως γεννάει ένα κενό και – ας ελπίσουμε – εφήμερο αύριο.

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2008

Σκόρπιες Σκέψεις. Κι ένα γράμμα από ανάγκη.

Η αρχή του φθινοπώρου για μένα είναι πάντα πολύ δύσκολη. Πρέπει να φτάσουν τα μέσα του Οκτώβρη για να «ξαναβάλω παπούτσια». Και φέτος ειδικά έχω πολλή δουλειά στη δουλειά, πολλή δουλειά στο σπίτι και πολλές τύψεις που δεν λέω να στρωθώ σε τίποτα από τα δυο. Το χειρότερο είναι που ο γιος μου άρχισε σχολείο (προ-προνήπιο) κι έχουμε ξεχάσει τι θα πει ύπνος. Από τη μια πρέπει να ξυπνάμε στις επτά παρά δέκα κι από την άλλη να μην κοιμόμαστε όλη νύχτα – ούτε το σπλάγχνο μου είναι πολύ προσαρμοστικό. Ευτυχώς που το Πρόσωπο έχει βρει ένα σωρό καινούρια ενδιαφέροντα που τον ενθουσιάζουν και υπάρχει στο σπίτι μια φάτσα αποφασισμένη και δυναμική.

Αυτά με τα προσωπικά μου. Τα έγραψα κυρίως για να απολογηθώ που δεν αφήνω τα σχόλια που θα ήθελα στα μπλογκς σας. Σας διαβάζω όλους κάθε πρωί, ό,τι κι αν σας λέει αυτό. Αλλά για να σχολιάσω θα πρέπει να αφήσω κάποιους αδιάβαστους. Και μ’ έχει πιάσει το αξιοκρατικό μου τελευταία.

Παρόλα αυτά, κι επειδή έφτιαξα μπλογκ για να οσφραίνομαι κυρίως τις ιδέες και τις απόψεις των άλλων κι όχι για να εκθέτω τις δικές μου, πολύ μ’ αρέσει όταν ανοίγουμε συζήτηση. Ακόμα κι όταν δεν προλαβαίνω να συμμετάσχω. Μοιράζομαι, λοιπόν, μαζί σας μερικές σκόρπιες σκέψεις όπως μου ‘ρχονται στο μυαλό και περιμένω με ανυπομονησία τις δικές σας.


Ξεμπλογκάρισμα.

Δεν τα ξέρω τα παιδιά, ούτε αν έχουν απώτερους σκοπούς ή προσδοκίες. Αυτή η ιδέα, όμως, μου μοιάζει δίκαιη και καθόλου φιλανθρωπική – δεν τα πάω καλά με τους φιλάνθρωπους. Το να δώσω τα ρουχαλάκια που δεν κάνουν πια στον γιο μου, καθώς και τα τεράστια αποθέματα σε πάνες, κρέμες συγκάματος και βρεφικών σαπουνιών (που μάζευα μπας και γίνει πόλεμος και ξεμείνουμε από πάμπερς) και τώρα γεμίζουν τις ντουλάπες από αμέλεια, σε μια φυλακισμένη που τα έχει ανάγκη είναι σαν να τα έδινα στη φίλη μου που γέννησε μετά από μένα. Δεν τη λυπάμαι, ούτε την απαξιώνω. Αν είχε μεγαλύτερο παιδί, θα περίμενα να δώσει κι αυτή τα παλιά του στο δικό μου. Ή στης φίλης της.

Την τελευταία τους δράση την έμαθα τελευταία στιγμή και δεν πρόλαβα. Στην επόμενη όμως θα πάω.



Οικονομική κρίση.

Ρώτησαν τα τζιμάνια στις ΗΠΑ γιατί το σχέδιό τους θα ρίξει στην αγορά 700 δις δολάρια κι όχι, ας πούμε, 600 ή 800. Και απάντησαν περίπου «γιατί χρειαζόμασταν ένα αρκετά μεγάλο νούμερο». Κουτουρού σαν να λέμε. Τελικά δεν υπήρχε plan B. Γιατί, όπως εύστοχα παρατήρησε και το Πρόσωπο, δεν υπήρχε ούτε plan A. Θεωρίες συνομωσίας τέλος. Ζήτω η θεωρία της βλακείας!

Μερικοί οικονομολόγοι πρότειναν αντί να δοθούν τα λεφτά στους αστέρες της Wall Street, που θα το πάρουν για επιβράβευση και θα το ξανακάνουν, να χρησιμοποιηθούν για την αποπληρωμή των χρεών των φτωχών δανειοληπτών. Έτσι θα σωθούν τα σπίτια τους και θα τους μείνει χρήμα να ρίξουν στην αγορά ώστε αυτή να αρχίσει να ξανακινείται. Πώς είπατε; Παλιοκομμουνιστές!



Ο ουρανός.

Η αφεντικίνα μου είναι ψυχολόγος. Πραγματική, όμως. Ενδιαφέρεται για όλον τον κόσμο.

Το κτίριο που στεγαζόμαστε είναι στο Νέο Ηράκλειο. Τριώροφο και στην ταράτσα του έχει το πλυσταριό, όπως το λέμε. Μια μικρή κουζίνα όπου φτιάχνουμε τον καφέ μας. Επειδή συνήθως φτάνω πρώτη, βάζω τη μηχανή του γαλλικού να τον ετοιμάσει για όλες. Μέχρι να γεμίσει η κανάτα, ανοίγω την πόρτα και βγαίνω στην ταράτσα να δω τον ουρανό. Από πουθενά αλλού δεν τον βλέπω έτσι ολόκληρο και στη βάση του τα δέντρα. Από την Πάρνηθα και την Πεντέλη μέχρι το Αιγάλεω και τον Πειραιά.

Την Τετάρτη είχα ακουμπήσει τα μπράτσα μου στα κάγκελα και ρέμβαζα. Εκείνη την ώρα ήρθε η ψυχολόγος. Σηκώνει το βλέμμα, με κοιτάζει και ρωτάει ανέμελα: «Θα πέσεις;». «Όχι ακόμα» της απαντώ.

Την Πέμπτη, ανέβηκε στο πλυσταριό μαζί μου. Κι έκατσε μέχρι που έβαλα τον καφέ μας στα φλιτζάνια. Για να με βοηθήσει να τα κατεβάσω στα γραφεία μας. Μάλλον αυτό το «ακόμα» ήταν.



Χρόνια πολλά, μπαμπά.

Κλείνει τα 68 αλλά δεν το ξέρει. Νομίζει πως είναι ακόμα 50 το πολύ. Κι εμείς δεν του λέμε τίποτα. Παραμένει ωραίος και τσαχπίνης. Και σήμερα μου εξομολογήθηκε πως του αρκεί να φτάσει στα 100. Να τα εκατοστήσεις, λοιπόν, μπαμπά μου. Με το αγαπημένο σου τραγούδι.







Blog ποικίλης ύλης...

...και μάλλον προβοκατόρικο.