Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2008

ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ

Υπάρχουν μερικά πράγματα που δεν μπορώ να τα κάνω με τίποτα:

 Να λύσω μαθηματικές ασκήσεις που περιλαμβάνουν Πιθανότητες και Συνδυαστική – απλώς το μυαλό μου αδυνατεί να λειτουργήσει προς αυτή την κατεύθυνση.

 Να ακολουθήσω με ακρίβεια οδηγίες συνταγής. Αυτό στη μαγειρική έχει συνήθως ενδιαφέροντα αποτελέσματα, βλ. fusion. Για τη ζαχαροπλαστική, όμως, ολέθρια – οι μαρέγκες μου με εμφάνιση χρησιμοποιημένης καπότας παραμένουν αξεπέραστες.

 Να οδηγήσω όχημα με συμπλέκτη και κατά συνέπεια ταχύτητες - δυσκολεύομαι ακόμα και με το παπί, φανταστείτε με στο αυτοκίνητο.

 Να χορέψω τσάμικο και ζεϊμπέκικο. Στον τσάμικο τα πράγματα είναι απλά: όλοι οι υπόλοιποι το πάνε λάθος. Ξέρετε, σαν το ανέκδοτο με τον τύπο που κατεβαίνει την Ακαδημίας και θεωρεί τρελούς όλους όσους την ανεβαίνουν. Πραγματικά αισθάνομαι πως ο ρυθμός δεν ταιριάζει με τα βήματα. Μικρό το κακό – δεν είμαι δα και Ρουμελιώτισσα! Απλώς δεν το χορεύω.


Με το ζεϊμπέκικο, όμως, είναι αλλιώς. Το ζεϊμπέκικο μ’ αρέσει. Με συγκινεί. Με ξεσηκώνει. Θέλω να στριφογυρίσω αργά με τα χέρια ανοιχτά στον ουρανό και να τα χτυπήσω με δύναμη στο χώμα. Να σπάσω πιάτα και ποτήρια με τον καημό του τραγουδιστή.

Αλλά δεν το κάνω. Δεν ταιριάζει στο φυζίκ μου. Μου φαίνομαι πολύ γελοία και πολύ άρρυθμη, ολομόναχη στην πίστα. Ζήτημα να έχω χορέψει 4-5 φορές στη ζωή μου. Πάντα μεθυσμένη κι πάντα το ίδιο τραγούδι: «Θε μου, τη δεύτερη φορά που θα ‘ρθω για να ζήσω, όσο η καρδιά κι αν λαχταρά δεν θα ξαναγαπήσω».

Δεν ξέρω γιατί, δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος. Απλώς, όταν έχω πιει πολύ και ακούσω αυτό το τραγούδι – κι όταν έχω «κοινό», δηλ. πρόθυμους άντρες να μου χτυπάνε παλαμάκια - νιώθω την ακατάσχετη ανάγκη να το κατακτήσω. Νηφάλια ποτέ.

Γενικά δεν μ' αρέσει να βλέπω γυναίκες να χορεύουν ζεϊμπέκικο. Μου φαίνονται "λίγες". (Και οι περισσότεροι άντρες για να πω την αλήθεια). Πολλή φιγούρα και καθόλου συναίσθημα. (Εξαιρείται το Πρόσωπο που έτσι και σηκωθείς να του χτυπήσεις παλαμάκια μπορεί να σου κόψει την καλημέρα - έχω κι εγώ τις εμμονές μου. Το Πρόσωπο να χορεύει).

Μόνο αν περάσουν μια ηλικία οι γυναίκες δικαιούνται να το κάνουν. Έχω δει τη Λιλή Ζωγράφου, σχεδόν γριά πια, να χορεύει τις "Βεργούλες" και κόντεψα να κλάψω.
Θα περιμένω, λοιπόν, 30-35 χρόνια για να το δικαιούμαι κι εγώ. Και μετά δεν θ' αφήνω πίστα για πίστα.


Μέχρι τότε επισυνάπτω δυο τραγούδια που εντάσσω σ’ αυτά που θα ήθελα να μπορώ να χορέψω. Το «Μάγισσες φέρτε βότανα» για την απροκάλυπτη κατάρα της τελευταίας στροφής

Get this widget | Track details | eSnips Social DNA



και το «Απόψε σιωπηλοί» γιατί αυτό το «…μπορούμε να μείνουμε φίλοι…» είναι από τις μεγαλύτερες μαλακίες που έχω πει κατά καιρούς στη ζωή μου.



Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2008

ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΑ ΙΙ




Φυσικά και δεν ήταν έρωτας. Κι ας τους άφησε όλους να το πιστεύουν. Μια ευκαιρία να φύγει έψαχνε. Γιατί ξαφνικά φαίνεται πως ανέπτυξε τάσεις φυγής.

Σιδέρωνε στην κουζίνα το συνηθισμένο βουνό από ρούχα του άντρα της και των παιδιών της. Αυτός έλειπε στο καφενείο – ίσα για να πιει ένα ούζο, ευτυχώς δεν είχε μπλεχτεί ποτέ με στοιχήματα και ζάρια. Εκείνα, τα παιδιά τους, ήταν σκορπισμένα στο σαλόνι: ο μεγάλος έβλεπε τηλεόραση στη διαπασών και οι δυο μικρότερες ξεμάλλιαζαν τις κούκλες τους.

Ψέκαζε και πάταγε το ένα βρακί μετά το άλλο, μηχανικά, χωρίς να σκέφτεται, ώσπου ένιωσε για μια στιγμή ένα φτερούγισμα στο στήθος. Αναπάντεχα. Σαν ξάφνιασμα. Όχι προαίσθημα για κάτι δυσάρεστο, ούτε ενόχληση, απλώς σαν κάτι να μην ήταν ίδιο.

Έριξε μια ματιά στο σαλόνι κι είδε πως τα παιδιά της συνέχιζαν τις ασχολίες τους. Οι μικρές, μάλιστα, έχουν αρπάξει πια την κούκλα και την τραβάνε πότε η μια και πότε η άλλη ουρλιάζοντας κι ο μεγάλος τούς φωνάζει νευριασμένος.

Μόνο που αυτή δεν τα ακούει. Τα βλέπει και τα τρία με ορθάνοιχτα στόματα, τεντωμένους λαιμούς και γουρλωμένα μάτια να χειρονομούν και υποψιάζεται τα ουρλιαχτά τους, μόνο που δεν τα ακούει.

Τι ασύλληπτη ευτυχία! Που, δυστυχώς, κρατάει μια μόνο στιγμή. Πριν προλάβει να χαμογελάσει, η ακοή της επιστρέφει και μαζί οι φωνές των παιδιών της. Γυρίζει αφηρημένη να τους πει να ησυχάσουν και πάνω στην ώρα έρχεται ο πατέρας τους για το βραδινό.

Δεν του είπε τίποτα, ούτε και σε κανέναν άλλον, παρόλο που της συνέβη κι άλλες φορές από τότε. Δεν ήταν μορφωμένη, αλλά καταλάβαινε πως δεν είχαν τίποτα τα αυτιά της. Την κουφαμάρα αυτήν τη δημιουργούσε το μυαλό της όταν δεν άντεχε άλλο.

Δεν ήταν φτιαγμένη για σύζυγος, ούτε για μητέρα. Από μικρή το μόνο που ήθελε ήταν να κάθεται στον καναπέ του πατρικού της και να διαβάζει κουτσομπολιά στις φυλλάδες. Πότε-πότε να σηκώνεται και να πηγαί-νει στην ξαδέλφη της, στην άλλη άκρη του χωριού, για να παίξουν «Θανάση» κι ύστερα πάλι πίσω στον καναπέ της.

Είχε φτάσει όμως εικοσιπέντε χρονών και οι γονείς της βιάζονταν να την παντρέψουν. Τον άντρα της τον διάλεξε μόνη της. Λίγο μεγαλύτερός της, από το διπλανό χωριό, είχε πάει στην Αθήνα να δουλέψει στο μαρμαράδικο του θείου του. Ένα καλοκαίρι ήρθε για διακοπές και συναντήθηκαν στην καφετέρια. Της την έπεσε, βγήκαν πεντέξι ραντεβού, τη ζήτησε και τον πήρε.

Είναι καλός άντρας κι εργατικός. Βγάζει αρκετά λεφτουδάκια και περνάνε άνετα. Κι όταν βγει στη σύνταξη ο θείος, θα του αφήσει το μαρμαράδικο όλο δικό του.

Και τα παιδιά τους είναι καλά. Φρόνιμα και τα τρία, και στο σχολείο τα κουτσοκαταφέρνουν. Καμιά φορά μόνο μαλώνουνε, αλλά ποια αδέλφια σ’ αυτήν την ηλικία δεν μαλώνουν;

Μόνο που εκείνη δεν αντέχει άλλο. Δεν θέλει να ξυπνάει απ’ το χάραμα για να τους ετοιμάσει έναν-έναν να φύγουν, και μετά να πιάσει τις δουλειές, μετά τα ψώνια, το φαγητό, μετά ν’ αρχίσουν ξανά να μαζεύο-νται, να φάνε, να πλυθούνε, να διαβάσουν, να ξαναφάνε και να πέφτει στο κρεβάτι ξερή αλλά να μην κοιμάται. Γιατί αλλιώς την ήθελε τη ζωή της.

Οπότε, φυσικά, δεν ήταν έρωτας. Σιγά τον ωραίο ή τον πετυχημένο. Ο βοηθός του υδραυλικού, δεκαοχτώ χρονών μωρό, αλλά την κοιτούσε μες την λιγούρα.

Τον κάλεσε μια μέρα μόνο του, του ‘φτιαξε καφεδάκι και τον τράβηξε στη κρεβατοκάμαρα, πριν προλάβει να βγάλει άχνα. Τον χάρηκε, βέβαια, τον πιτσιρικά αλλά δεν έφυγε μαζί του γι αυτό.

Έφυγε γιατί ήταν πολύ άβουλη για να φύγει μόνη. Να πάρει την απόφαση, να σηκωθεί, να τα μαζέψει και να φύγει.

Ενώ τώρα τα κανόνισε όλα αυτός. Και το αυτοκίνητο και τα λεφτά και το φίλο του που θα τους φιλοξενούσε στην Πάτρα μέχρι να ορθοποδήσουν. Ήρθε από κάτω, της κόρναρε κι αυτή το μόνο που είχε να κάνει ήταν να κατέβει και να κάτσει στη θέση του συνοδηγού.




Γύρισε μετά από λίγες μέρες. Μόνη της. Ο άντρας της τη δέχτηκε γιατί είναι καλός άντρας και γιατί δεν τα ‘βγαζε πέρα με το σπίτι και τα τρία παιδιά.

Κι έπειτα εκείνη ξανάφυγε μ’ έναν άλλον. Και ξαναγύρισε. Κι εκείνος την ξαναδέχτηκε, γιατί δεν ήξερε τι άλλο να κάνει.

Ώσπου ξανάφυγε. Και δεν έχει γυρίσει. Αυτή τη φορά φαίνεται να ‘ναι οριστικό.

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2008

Σκέτες Διαπιστώσεις.


Φτάνει κάποια στιγμή στη ζωή σου που καταλαβαίνεις ότι μεγάλωσες. Πως δεν ανήκεις πια στη συνομοταξία των νεαρών.

Για μένα αυτή η στιγμή ήρθε όταν πριν 5-6 χρόνια διαπίστωσα πως τα πιτσιρίκια είχαν αρχίσει να μου μιλάνε στον πληθυντικό. Και στο καπάκι τα πρεζάκια να με αποκαλούν «καλέ κυρία». Πάει πια το «κοπελιάααα, μήπως έχεις 50 λεπτά να πάρω μια τυρόπιτα». Το «κοπελιά» που με εκνεύριζε του θανάτου. Σχεδόν το αποζητώ – σχεδόν. Συνεχίζω να το θεωρώ κακόγουστη προσφώνηση, προτιμώ το «κούκλα».

Αυτό το πράγμα συμβαίνει σταδιακά αλλά δεν το συνειδητοποιείς. Μια μέρα σου ‘ρχεται σαν κεραμίδα. Όταν ακούς μια κουβέντα που κάνει όλες τις απαραίτητες συνδέσεις στον εγκέφαλο. Και βλέπεις πως έχεις αλλάξει. Δεν είσαι πια νεαρός. Και κυρίως, δεν φέρεσαι σαν τέτοιος.

Δεν είναι κακό αυτό. Μπορεί τα τριάντα να είναι τα νέα είκοσι, έρχεται όμως αναπόφευκτα η στιγμή που ωριμάζεις. Και αρχίζεις τις επιλογές για να σου φτάσει η ζωή κι ο χρόνος.

Κάποτε, έκανα παρέα με οποιονδήποτε άνθρωπο γνώριζα και έδινα την ίδια σημασία σε αξιόλογους και γελοίους θεωρώντας πως ο καθένας έχει κάτι να μου πει – όταν ήμουν 20 χρόνων δηλαδή. Είχα τότε ένα φίλο τριάντα τόσο κι έξυπνο που γελούσε. «Όταν μεγαλώσεις θα δεις πως θα τους απορρίπτεις επί τη εμφανίσει, θα προσφέρεις τον χρόνο σου μόνο σ’ αυτούς που πραγματικά έχουν κάτι να σου πουν. Με τρεις φίλους θα μείνεις».

Είχε δίκιο. Ίσως επειδή μεγαλώνοντας αντιλαμβάνεσαι πως ο χρόνος είναι πεπερασμένο μέγεθος και δεν μπορείς να τον ξοδεύεις άκριτα. Κάποια στιγμή θα τελειώσει. Έτσι λοιπόν, άρχισα να τον μοιράζω μόνο ανάμεσα σε αυτούς που είχαν κάτι να μου πουν. Να διαλέγω με ποιους θα μιλήσω. Να αδιαφορώ για τη γνώμη των υπολοίπων. Να μη μπαίνω καν στον κόπο να μπω στην κουβέντα τους επιδιώκοντας να τους αλλάξω τα μυαλά.

Κι άλλα μικρά πράγματα που έχω επιλέξει να αναγνωρίζω ως σημάδια ωριμότητας. Αρνούμαι να δουλεύω 14 ώρες την ημέρα όσα (πολλά) λεφτά κι αν μου δίνουν. Δεν παρακολουθώ τη μόδα και τον συρμό. Τόσα χρόνια ίδια είναι, φοράω κι εγώ τα παντελόνια που με βολεύουν και ακούω τη μουσική που με συγκινεί. Δεν ασχολούμαι πια φανατικά με την εμφάνισή μου ως δηλωτική της προσωπικότητάς μου. Μπορώ να βγω στο δρόμο με το σορτσάκι αν ζεσταίνομαι κι αχτένιστη αν βαριέμαι να χτενιστώ. Βγάζω τα παπούτσια μου κι ανεβάζω τα πόδια μου στην καρέκλα όταν με κουράζουν. Δε βλέπω τηλεόραση, παρά μόνο κανένα ματσάκι. Δεν ξεσηκώνω συμπεριφορές που θεωρώ κουλ και στιλάτες. Φοράω σπάνια τακούνια και ξεκουμπώνω το πρώτο κουμπί του μπλουτζίν όταν με στενεύει.

Μπορώ να συνεχίσω για ώρες. Τώρα που τα ξαναδιαβάζω μου φαίνεται ηλίθια η σημαντικότητα που είχε κάποτε το «φαίνεσθε» στη ζωή μου. Και μου φαίνεται ακόμα πιο ηλίθιο το γεγονός πως, μαλακίες λέω, ακόμα κι όταν τα κάνω δεν είναι αυτόματα και συνειδητοποιημένα. Πρέπει να σκεφτώ το «κάνε μας τη χάρη» για να νιώσω λίγο άνετα με τον εαυτό μου.

Αυτό που πια κάνω αυτόματα και μάλλον υποδηλώνει πως ωρίμασα είναι η δυσκολία μου να καταλάβω και να ανεχτώ τις συμπεριφορές των ανθρώπων. Τσακώνομαι με αυτόν που παρκάρει πάνω στο πεζοδρόμιο. Τη "λέω" όταν δε μου λένε καλημέρα. Γυρίζω πίσω τη μπριζόλα μου αν είναι σόλα και το ποτήρι μου αν είναι άπλυτο. Τσακώνομαι με τους μπάτσους που πουλάνε πνεύμα και μαγκιά (αυτό δεν ξέρω αν συνεπάγεται ωριμότητα, αλλά το κάνω). Δεν ντρέπομαι να διεκδικήσω αυτό που θεωρώ δίκιο μου.

Αλλά, κυρίως, βαριέμαι τα αισθηματικά της Α’ Γυμνασίου: «Με ταλαιπωρεί και είναι παλιάνθρωπος, αλλά τον αγαπάω». Είσαι ηλίθια. «Δεν θα έρθω μαζί σας απόψε, περιμένω τηλέφωνο εδώ και έξι μήνες από τον Παναγιώτη που είχα γνωρίσει στο πάρτι του Παντελή». Έξι ρημαδομήνες θα σε είχε πάρει αν ήτανε. «Θέλω να συζητήσουμε για τη σχέση μας, νιώθω μπερδεμένος αυτόν τον καιρό, πρέπει να βρω λίγο τον εαυτό μου». Έχει βρει άλλη και σε παραμυθιάζει.

Κατά τα άλλα, συνεχίζω να κοκκινίζω όταν με καλολογούν, επιδεικνύω την ίδια αφέλεια στα ζόρικα, ταράζομαι με την αγένεια και την προστυχιά, καμαρώνω τους οικοδόμους με τα αμάνικα στις σκαλωσιές και χαμογελάω αντανακλαστικά όταν μου απευθυνθεί κάποιος (όχι μόνο οικοδόμος, γενικά).

Δεν είναι για σχόλια, μάλλον, αυτό το κείμενο. Σκέτες σημειώσεις είναι, ίσως για μελλοντική χρήση σε κάποιο σχετικό ή άσχετο αφήγημα.

Διαπιστώσεις είναι. Σκατά. Τελικά ακόμα δε μεγάλωσα.

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2008

Don't kill her. Start with yourself.

“…Από μικρό παιδί πίστευα -κι ακόμα δεν το ‘χω ξεπεράσει απόλυτα- πως όλα τα πράγματα στη ζωή μου αποτελούν σημάδια, οιωνούς. Και γίνονται πάντα για το καλό μου. Μια μικρή ή μεγάλη αλλαγή στα πλάνα μου, ανοίγει μπροστά μου καινούριους ορίζοντες και με οδηγεί σε νέες κατευθύνσεις.
Γι’ αυτό και σε κάθε μου αποτυχία σταματώ. Ποτέ δεν διεκδικώ, δεν ξαναπροσπαθώ κάτι που έχω ήδη επιχειρήσει. Θεωρώ ότι εφόσον απέτυχα δεν το ήθελα αρκετά ή δεν είναι το κατάλληλο για μένα.
Εκ των υστέρων διαπιστώνω πως αυτός είναι ένας πολύ βολικός τρόπος να δικαιολογώ κάθε μου ανεπάρκεια, για να μην πω τεμπελιά. Κι αυτός είναι ο λόγος που περιμένω πάντα να συμβεί κάτι σπουδαίο στη ζωή μου, ν’ ανοίξουν ξαφνικά οι ουρανοί και να μου αποκαλυφθούν ταλέντα κι ευκαιρίες. Απ’ το πουθενά, χωρίς αγώνα από μέρους μου. Σαν να το αξίζω, τελικά…”


Αυτά έλεγε η ηρωίδα στην αρχή του βιβλίου μου Το Πλήρωμα του Χρόνου και ο Μήτσος. Και περίμενε αυτό που θα τη σώσει από τη ζωή της. Μια συγκυρία, έναν πόλεμο, μια φυσική καταστροφή. Έναν άντρα. Φίλο ή εραστή.

Γι αυτό και σε 150 σελίδες βιβλίο δεν ακούγεται ούτε μια φορά το όνομά της. Γιατί η προσωπικότητά της περιορίζεται στην ανάγκη της να σώζεται. Και γιατί δεν το αξίζει.

Βλέπω πολλούς ανθρώπους γύρω μου να κάνουν το ίδιο πράγμα. Να ζουν τις μέρες τους αφηρημένα, άκριτα. Και να ξεσπάνε όταν αποδεικνύεται πως δεν ελέγχουν οι ίδιοι τη μοίρα τους. Γιατί ποτέ δε φταίνε αυτοί. Αυτοί είναι εκεί και περιμένουν να σωθούν. Φταίει το κισμέτ, τα άστρα, οι γονείς τους, οι σύντροφοι, η πουτάνα η κοινωνία.

Σε κοινωνικό επίπεδο αφήνοντας τους αγώνες στους άλλους. Αυτούς που ξέρουν. Τους ειδικούς. Αυτούς που τελικά καλούνται να αποφασίσουν και να δράσουν για όλους εμάς τους υπόλοιπους. Λες και είναι διορισμένοι σοφοί ή φωτεινοί παντογνώστες.

Και σε προσωπικό επίπεδο. Περισσότερο οι γυναίκες. Φτωχές σταχτοπούτες εγκλωβισμένες στα γυάλινα γοβάκια τους που τις στενεύουν. Με το όραμα του πρίγκιπα που θα ‘ρθει να τις ελευθερώσει. Κι όταν ο πρίγκιπας δεν στέκεται άξιος των προσδοκιών τους τον απορρίπτουν συνολικά. Τον απορρίπτουμε. Γιατί δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να μας σώσει.

“…Έπρεπε να ξεμπερδευτώ κι εγώ η ίδια. Τον αγαπούσα τόσο ή είχα προσωποποιήσει στη μορφή του την ανάγκη μου να επαναπροσδιορίσω τον εαυτό μου, να του προσφέρω το καλύτερο απ’ αυτά που πίστευα πως δικαιούμαι;
Δεν ήθελα να πέσω ξανά στην παγίδα του Σωτήρα, του άντρα που θα με τραβήξει από μια ζωή μίζερη για να μου προσφέρει τον Παράδεισο σε συσκευασία δώρου. Όσο κι αν με βόλευε, όσο κι αν θα τον κολάκευε, δεν το ‘θελα αυτό για μας γιατί είχα αρχίσει να καταλαβαίνω πως η εξάρτηση σκοτώνει τη ζωή και ζωή είναι να ‘σαι ευτυχισμένος στις επιλογές σου…”

Αυτά έλεγε τάχα μου η ηρωίδα μου στο τέλος του βιβλίου. Αλλά το όνομά της δεν το άκουσε. Γιατί ακόμα το περίμενε από Εκείνον.

Ακούστε το τραγούδι που ακολουθεί. Της είπε πως θα της τηλεφωνήσει κι εκείνη έγραψε απλόχερα το σενάριο της υπόλοιπης κοινής τους ζωής. Κι αφού δεν την πήρε για να επαληθευτεί το έργο φταίει αυτός και η οξυζεναρισμένη ξανθιά γκόμενά του. Διαλέγω να πιστέψω πως η Soko μας ειρωνεύεται.

Καλό Σαββατοκύριακο.

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2008

PLAN B στα χρόνια του τζόγου.

Τις προάλλες εξηγούσα σε ένα φίλο μου, άνθρωπο του πνεύματος και της ουτοπίας, τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι τιμές των τροφίμων και κατά συνέπεια του πετρελαίου στην παγκόσμια αγορά.


Το έχω γράψει στο μπλογκ παλιότερα, η αγορά σήμερα κινείται με νοοτροπία καζίνου: οι παίκτες στοιχηματίζουν για τις μελλοντικές τιμές των εμπορευμάτων και αποκομίζουν τα κέρδη τους από την πραγματοποίηση της πρόβλεψής τους. Αυτό λέγεται παράγωγα.


Του έλεγα, λοιπόν, πως αν παίζουμε προβλέψεις αυτός κι εγώ, περιμένουμε να δούμε αν πέσαμε μέσα ώστε να πάμε ταμείο ή έξω οπότε πάμε στον κουβά. Αν, όμως, είσαι μεγάλος παράγοντας της διεθνούς οικονομικής σκηνής, «αν είσαι η Merrill Lynch» του είπα συγκεκριμένα, δεν κάθεσαι να περιμένεις το αποτέλεσμα του αγώνα, «πιάνεις» τους ποδοσφαιριστές ή τον διαιτητή ακόμα και στο ημίχρονο. Μόλις λίγο καιρό πριν, επιβλήθηκαν κυρώσεις σε ελβετικό οργανισμό που είχε καταφέρει να συγκεντρώσει απαιτήσεις που αντιστοιχούσαν στο 11% των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου και κανόνιζε το παιχνίδι δηλ. τις τιμές κατά τα κέφια της, δηλ. τα πονταρίσματά της.


Η Merrill Lynch (επενδυτική) αποδείχτηκε ατυχές παράδειγμα. Μόλις χτες ανακοινώθηκε η εξαγορά της από την Bank of America (εμπορική). Είχε προηγηθεί η κήρυξη πτώχευσης της Lehman Brothers (επενδυτική), που αφήνει στον αέρα 25.000 υπαλλήλους της και δεν ξέρω πόσους μετόχους κι επενδυτές.


Τη χρυσή δεκαετία του ‘90 τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα των ΗΠΑ ανακοίνωναν με περηφάνια πως προτίθενται να ανοίξουν το εύρος των καταναλωτών που μπορούν να δανειστούν. Αυτό σημαίνει πως πουλούσαν στεγαστικά, επιχειρηματικά, κάρτες κι ό,τι άλλο μπορούσε να πουληθεί στον κάθε πικραμένο. Και ανίκανο να το επιστρέψει.


Μπλα μπλα μπλα μπλα, τα αδιέξοδα του καπιταλισμού. Παράγει περισσότερα από αυτά που μπορεί να διαθέσει και, εφόσον η αγοραστική δύναμη συμπιέζεται ώστε να αυξάνονται τα κέρδη, αναζητά διαρκώς καινούριους πελάτες (κορόιδα) κάνοντας πολέμους ή βαφτίζοντας φερέγγυους τους μπίχλες.


Τα ίδια γίνονται λίγο πολύ παγκοσμίως. Και θα έχει πολύ ενδιαφέρον να δούμε πως θα διαχειριστεί το σύστημα τη διαφαινόμενη κρίση που παίζεται πια με όρους τζόγου κι όχι ελεύθερης αγοράς. Ήδη, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανέλαβε να εθνικοποιήσει (παρντόν;) δυο άλλες στεγαστικές τράπεζες (Fsnnie Mae και Freddie Mac) που μας άφησαν γεια. Να εθνικοποιήσει λέμε τώρα, τι απέγινε η ελεύθερη οικονομία;


Δυσκολεύομαι, όμως, να πιστέψω πως όλα αυτά δεν τα είχαν προβλέψει οι διάφορες Merrill Lynch και Lehman Brothers. Το είχαν κάνει σίγουρα, αυτό που δε φαίνεται καθαρά, στα μάτια μου τουλάχιστον, είναι αν είχαν κάνει αυτό που λέμε plan B. Μεσοπρόθεσμο. Οι αραπάδες από τις φτωχογειτονιές προφανώς θα φάνε τα δάνεια που τόσο πρόθυμα τους παρέχουμε στο κρακ, εμείς τι θα κάνουμε μετά;


Ο καλός παίκτης στο καζίνο (λένε οι ειδικοί) σηκώνεται από το κάθισμά του την ώρα που κερδίζει. Αφήνει το τιπ στον κρουπιέρη, καληνυχτίζει και φεύγει να χαρεί τα κέρδη του. Αναμφισβήτητα, κάπως έτσι ξηγήθηκαν και οι μεμονωμένοι καλοί παίκτες των παραγώγων. Δε φαντάζομαι ότι έφυγαν, απλά άλλαξαν τραπέζι ή καζίνο.


Αυτό που μένει να δούμε είναι το plan B των τραπεζών και γενικά του παγκόσμιου κεφαλαίου (capital, you know). Έχουν επιβιώσει από ένα σκασμό κρίσεις, δεν είναι πρωτάρηδες. Απλώς έχω την αίσθηση πως πρώτη φορά αυτό το παιχνίδι παίζεται με τόσο στεγνά τζογαδόρικους κανόνες, δηλ. ουσιαστικά χωρίς κανόνες. Και δεν έχω καθόλου υπόψη μου αν έχουν προλάβει να το επεξεργαστούν οι θεωρητικοί, οι οικονομολόγοι, ώστε να έχουμε τουλάχιστον να βασιστούμε σε έρευνες και δεδομένα.


Μπλα μπλα μπλα μπλα, τα αδιέξοδα του καπιταλισμού. Φοβάμαι πως θα δυσκολευτούν να βρούνε νέους πελάτες (κορόιδα) στις υπάρχουσες αγορές. Και τότε;







Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2008

Κακάν - κακάν (όπου αποδεικνύεται ότι συνήθως ακούω αυτό που θα ήθελα να μου έχουν πει)

Στίχοι: Λουκιανός Κηλαηδόνης
Μουσική: Λουκιανός Κηλαηδόνης
Πρώτη εκτέλεση: Λουκιανός Κηλαηδόνης

Ακόμα κι αν με κλείσουνε σ’ ένα κελί
Σε μια υγρή σκοτεινή φυλακή
Ακόμα κι αν με κλείσουνε σ’ ένα κελί
Για να σαπίσω για πάντα εκεί

Ακόμα κι αν βαριά με αλυσοδέσουνε
Θα δραπετεύσω, θα δραπετεύσω
Ακόμα κι αν βαριά με αλυσοδέσουνε
Θα δραπετεύσω για σένα και θα ‘ρθω, ναι!

Ακόμα κι αν με κλείσουνε σ’ ένα κελί
Που ‘ναι θαμμένο καλά στο βυθό
Να το θυμάσαι, μια για πάντα
Θα δραπετεύσω και θα ‘ρθω

Ακόμα κι αν με σύρουν στην άκρη της γης
Και με κρατάνε δεμένο σφιχτά
Ακόμα κι αν με σύρουν στην άκρη της γης
Και οι πληγές μου πονούν φριχτά

Ακόμα κι αν υπάρχουν και λυκόσκυλα
Θα δραπετεύσω, θα δραπετεύσω
Ακόμα κι αν υπάρχουν και λυκόσκυλα
Θα δραπετεύσω για σένα και θα ‘ρθω, ναι!

Ακόμα κι αν με σύρουν στην άκρη της γης
Και κινδυνέψω πια να χαθώ
Να το θυμάσαι, μια για πάντα
Θα δραπετεύσω και θα ‘ρθω

Ακόμα κι αν με στήσουν στο απόσπασμα
Θα δραπετεύσω, θα δραπετεύσω
Ακόμα κι αν με στήσουν στο απόσπασμα
Θα δραπετεύσω για σένα και θα ‘ρθω, ναι!

Ακόμα κι αν μου τύχει ν’ ακούσω το «πυρ!»
Ούτε που πρόκειται να φοβηθώ
Να το θυμάσαι, μια για πάντα
Θα ζωντανέψω και θα ‘ρθω

Κακάν – κακάν...



Κάντε τον κόπο να διαβάσετε τους στίχους. Ως τώρα το θεωρούσα έναν από τους μεγαλύτερους ύμνους στην αγάπη που είχα στο ρεπερτόριό μου. Για ειδικές περιπτώσεις ακραίου ρομαντισμού.

Μόλις σήμερα το πρωί κατάλαβα την ανατριχιαστική απειλή που δηλώνει.



ΥΓ Δεν κατάφερα να το βρω στο νετ. Αν το έχει κανείς, τον παρακαλώ θερμά να μου το στείλει ώστε να το ανεβάσω. (Το έχω σ' ένα σιντί στο αμάξι και το "αμάξι" λείπει).

Edit

Η πιο τρυφερή κι ευαίσθητη μαμά του Διαδικτύου, το αγαπημένο μας νατασσάκι, μας έφερε πεσκέσι το τραγούδι.

Είναι στο έκτο σχόλιο, όπως κατεβαίνετε. Φυσικά, δεν ξέρω να το ανεβάσω - ακούστε το από κει, είναι απίθανο!

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2008

Μικρό διάλειμμα κουλτούρας (να φύγουμε)


Ας πούμε ότι ρισκάρεις το "όλα για όλα"

Παιχνίδι χωρίς κανόνες για χάρη του

Αυτού

(Ξέρεις)


Χωρίς καβάντζες

και μ' ασημάδευτα φύλλα

Για πάρτη του

Και χωρίς αλεξίπτωτο



Ας πούμε ότι ρισκάρεις το "όλα για όλα"

Και κερδίζεις



Επιτρέπεται αυτό στο Δίκαιο του Έρωτα;

Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2008

Αγοράζω την Ακρόπολη!


Τώρα που λύσαμε τα σεξουαλικά μας πάμε να δούμε και κανένα άλλο θέμα πολιτισμού.


Αντιγράφω:


Τα γεγονότα


Νοέμβριος 2007

"...Το συμβούλιο (σ.σ. υπουργών Πολιτισμού της ΕΕ στις Βρυξέλλες) επικύρωσε «τρεις σημαντικούς στόχους που θα διαμορφώσουν μαζί μια κοινή πολιτιστική στρατηγική για τα ευρωπαϊκά όργανα, τα κράτη - μέλη, και τον πολιτιστικό και δημιουργικό τομέα»:

1) «Προαγωγή του πολιτισμού ως καταλύτη για τη δημιουργικότητα στα πλαίσια της στρατηγικής της Λισαβόνας για την αύξηση, την απασχόληση, την καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα»

2) «Προώθηση του πολιτισμού ως ζωτικής σημασίας στοιχείο στις διεθνείς σχέσεις της ένωσης»

3) «Προώθηση της πολιτιστικής ποικιλομορφίας και του διαπολιτισμικού διαλόγου»..."


Δεκέμβριος 2007

«…με το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο να παραχωρεί, κατά πλειοψηφία, προς χρήση για 50 χρόνια(!) τμήμα της ακρόπολης του Ιτς Καλέ στο Κάστρο των Ιωαννίνων, στο Πολιτιστικό Ίδρυμα του Ομίλου Πειραιώς, για τη δημιουργία τεχνολογικού μουσείου αργυροχρυσοχοΐας!

Η παραχώρηση αφορά στο δυτικό τμήμα της ακρόπολης και συγκεκριμένα του κτιρίου του «μαγειρείου», που κατασκευάστηκε στην εποχή του Αλή Πασά στα τέλη του 18ου αιώνα, γεγονός που το κατατάσσει στις αρχαιότητες σύμφωνα με τον αρχαιολογικό νόμο. Αυτό όμως δεν εμπόδισε σε τίποτα, μέλη του ΚΑΣ να εκθειάσουν τη δράση του ιδρύματος, το οποίο θα εντάξει το μουσείο στο δίκτυο των θεματικών μουσείων που έχει δημιουργήσει, με ανάλογο τρόπο, σε διάφορα μέρη της χώρας και που αφορά στη χρήση κυρίως βιομηχανικών μνημείων. ...»



Ιούλιος 2008

«…Την παραχώρηση, για 50 χρόνια(!), στην Τράπεζα Πειραιώς, της Ακρόπολης στο Φρούριο Κέρκυρας, σημαντικότατου ιστορικού και μνημειακού χώρου του νησιού, αποφάσισε η «γαλαζοπράσινη» πλειοψηφία του δημοτικού συμβουλίου Κέρκυρας…»



Η μέθοδος


«…Η σύμβαση μεταξύ του υπουργείου Πολιτισμού, της Περιφέρειας και του ιδρύματος θα προβλέπει μεταξύ άλλων την παραχώρηση χρήσης (σ.σ. του Ιτς Καλέ)στον όμιλο για 50 χρόνια και αυτός με τη σειρά του θα καλύψει το κόστος λειτουργίας του μουσείου, τις μελέτες και ό,τι τις συνοδεύει, αλλά, βέβαια, το κόστος κατασκευής του μουσείου θα επιχειρηθεί να ενταχθεί στο Δ΄ ΚΠΣ!...»


“…Και πώς επιτυγχάνεται αυτό; Δήμοι και κοινότητες παραχωρούν οικόπεδα, ιστορικούς χώρους, κάστρα. Η κατασκευή μουσείων γίνεται με χρηματοδότηση από τα κοινοτικά «πακέτα», δηλαδή από δημόσιο χρήμα, και ο «ευαίσθητος» όμιλος χρηματοδοτεί τις μελέτες και αναλαμβάνει τη λειτουργία των μουσείων, άρα και την εκμετάλλευσή τους. Και οι αστικές κυβερνήσεις λένε και «ευχαριστώ». Την ίδια ώρα, περισσεύει η τσιγκουνιά σε άλλα μουσεία και δραστηριότητες του πολιτισμού προς ενίσχυση και της υποκουλτούρας…”



Την Ακρόπολη την έχεις;


«…Η εύλογη ερώτηση που τέθηκε από μέλος του ΚΑΣ για το αν μπορεί το ΥΠΠΟ να παραχωρεί κάστρα σε ιδιώτες (με τη σημείωση ότι «θα μας ζητάνε και την Ακρόπολη»!), αποκάλυψε και τον τρόπο που αλληλοσυμπληρώνεται ο δικομματισμός στην άσκηση της αντιδραστικής πολιτικής για τον πολιτισμό.

Έτσι, το θεσμικό πλαίσιο που αφήνει τέτοια δυνατότητα είναι
ο ν. 2557/97 του ΠΑΣΟΚ, με βάση τον οποίο έγιναν και οι άλλες παραχωρήσεις στο ίδρυμα. Ακόμη και ο νομικός σύμβουλος του ΥΠΠΟ, που προήδρευε της συνεδρίασης, επιφυλάχτηκε για το αν η σχετική διάταξη αφορά και σε μνημεία του κράτους, καταψηφίζοντας τελικά την παραχώρηση!...»




Συμπέρασμα:


“…Αυτή η βαθιά αντιδραστική αντίληψη κυριάρχησε και στην απόφαση του ΚΑΣ να δοθεί άδεια στον πολυεθνικό κολοσσό κατασκευής παιχνιδιών «HASBRO» για να χρησιμοποιήσει αρχαιολογικές εικόνες στη νέα έκδοση του γνωστού παιχνιδιού «Μονόπολι»! Μάλιστα, το ΚΑΣ πρότεινε στην εταιρεία να χρησιμοποιήσει αεροφωτογραφία της Ακρόπολης ή εικόνα κλασικού αθηναϊκού τετράδραχμου! Το «επιχείρημα»; Η ...«διαφήμιση» της χώρας! Το αντίτιμο; 7.500 ευρώ ως τέλη χρήσης...

Τρία μέλη του ΚΑΣ μειοψήφησαν, σημειώνοντας το αυτονόητο: Η Ακρόπολη μπαίνει στο παιχνίδι αγοραπωλησίας...”



Τα αποσπάσματα σε εισαγωγικά είναι από διαφορετικά ρεπορτάζ της εφημερίδας Ριζοσπάστης από τον περασμένο Δεκέμβριο μέχρι σήμερα, εγώ δοξάζομαι μόνο για τη συρραφή. Χτες έβγαλα τα μάτια μου στο Google αλλά δεν κατάφερα να βρω ανάλογο δημοσίευμα σε κανένα άλλο έντυπο! Εξαιρούνται κάτι πανηγυρικά αφιερώματα για τον Πολιτιστικό Όμιλο της Τράπεζας Πειραιώς σε τοπικές ιστοσελίδες.

Τώρα λοιπόν που η ιδιωτική πρωτοβουλία βάζει χέρι σε αρχαία μνημεία (δηλ. χτισμένα πριν το 1830 σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο περί πολιτιστικής κληρονομιάς και κουραφέξαλων), δεν έχω να σχολιάσω τίποτα περαιτέρω. Στον επόμενο γύρο θα αγοράσω την Ακρόπολη!





Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

Ο Matthew, η Monica και ο Michel Foucault.

Λοιπόν, για πάμε να δούμε νηφάλια τι έγινε με τα δύο προηγούμενα ποστ. Θυμίζω: το ένα παρουσίαζε τον Αμερικανό ηθοποιό Matthew Mc Conaughey να βγαίνει από το νερό (παίδαρος, βρεγμένος και ηλιοκαμένος) και το άλλο ένα αγαπημένο μου τραγούδι της Monika.
Ομολογώ πως το δεύτερο έγινε τυχαία: δεν είχα σχεδιάσει την παγίδα της μετωνυμίας, εξάλλου η ορθογραφία των ονομάτων τους διαφέρει (Monika-Monica). Απλώς οι αναγνώστες, και δη οι αρσενικοί, διαβάσατε Monika και περιμένατε να δείτε στο βίντεο τη σέξι Bellucci.


Υπήρχε, όμως, μια σχετική αμηχανία. Και το ρίξαμε στο καλαμπούρι. Επιτρέπεται μια κυρία, σοβαρή και μάνα, να θαυμάζει απροκάλυπτα και δημοσίως ένα καλοσχηματισμένο αντρικό κορμί; Επιτρέπεται να δηλώνει πως αν το συναντούσε θα το διεκδικούσε; Και τελικά, επιτρέπεται όλοι εμείς οι «καλλιεργημένη μεσαία τάξη» να ποθούμε αντρικά και γυναικεία σώματα χωρίς αυτό να συγκρούεται με τους υπόλοιπους ρόλους μας – τέκνο, σύζυγος, γονιός, υπάλληλος κλπ;


Ο στόχος της αναπαραγωγής

Η αλήθεια είναι πως επιτρέπεται. Ας το δούμε. Οι σύγχρονες εξουσιαστικές δομές, ας πούμε τα δυτικά κράτη από τα τέλη του 17ου αιώνα, ασχολήθηκαν εμπεριστατωμένα με το ζήτημα της σεξουαλικότητας. Ο προσανατολισμός και ο έλεγχός της αποτέλεσαν σοβαρή τους προτεραιότητα. Γιατί, όμως; Και πώς;


Ο προφανής λόγος είναι πως οι καινούριες καπιταλιστικές κοινωνίες/οικονομίες ανακάλυψαν την έννοια του «πληθυσμού». Ο άνθρωπος είναι πια μετρήσιμος ως εργατική δύναμη απαραίτητη για το κράτος. Έτσι, αυτό καθορίζει εντέλει την σεξουαλική πολιτική αυτού του κράτους ώστε ο λαός να αυξάνεται και να πληθύνεται σύμφωνα με τις νέες εργασιακές ανάγκες. Μιλάμε δηλαδή για «την οργάνωση μιας σεξουαλικότητας οικονομικά χρήσιμης και πολιτικά συντηρητικής» - κρατήστε το αυτό.


Η επικρατούσα άποψη ήταν – και για αρκετούς παραμένει - πως η εξουσία ασκεί αυτόν τον έλεγχο κατασταλτικά. Από τη βικτοριανή εποχή, με τη βοήθεια και της εκκλησίας, ανάγει τη σεξουαλικότητα σε αμαρτία, την εγκλωβίζει στα ασφυκτικά πλαίσια της κρεβατοκάμαρας του νόμιμου ζευγαριού, απαγορεύει κάθε περιττό λόγο γι αυτή και βαφτίζει παρέκκλιση όποια μορφή της ξεφεύγει από τον χρηστό στόχο της αναπαραγωγής.



Ο στόχος της αλήθειας

Ώσπου έρχεται ο Μισέλ Φουκώ και διαπιστώνει το αντίθετο: η εξουσία* δεν απαγορεύει τη σεξουαλικότητα. Ίσα-ίσα την προμοτάρει. Την εξετάζει. Την κατηγοριοποιεί. Την εντάσσει σε νόμους και κανόνες. «Δεν την αποκλείει, την εγκλείει μέσα στο κορμί σαν τρόπο προσδιορισμού των ατόμων». Και κυρίως μιλάει γι αυτή.


Το ίδιο κάνουμε κι εμείς. Με την άνθηση της ψυχιατρικής και στη συνέχεια της ψυχανάλυσης, η σεξουαλικότητά μας κουβεντιάζεται ανοιχτά, ορίζεται και μας ορίζει. Οι άνθρωποι στις σύγχρονες κοινωνίες αποκτούν την ταυτότητά τους ως άτομα με βάση αυτή. Και μαθαίνουν από πολύ μικροί να εκφράζονται σύμφωνα με τα ενδεδειγμένα και αποδεκτά πρότυπα, με τα οποία βομβαρδίζονται ασταμάτητα.


[ Γι αυτό κι εγώ ανέβασα τον Matthew και τη Monic/ka κι όχι τον άντρα μου (που υστερεί μόνο στο μαύρισμα) και μένα (που δεν υστερώ πουθενά, αλλά εσείς δεν το ξέρετε)].


Δημιουργείται, λοιπόν, ένας Λόγος γύρω από το σεξ με απώτερο στόχο το «αίτημα για γνώση», ή αλλιώς μια συγκρότηση του σεξ «σαν στόχου αλήθειας». Και τελικά, μια «εντατικοποίηση του σώματος – με την αξιοποίησή του, (σσ. όμως) ως αντικειμένου γνώσης και ως στοιχείου των σχέσεων εξουσίας».


Τι θα πει αυτό; Θα πει πως λατρεύουμε το σώμα. Λατρεύουμε το σεξ και ψάχνουμε να βρούμε την αλήθεια του για να «ολοκληρωθούμε». Ψάχνουμε να ενταχθούμε στα πρότυπα που επικρατούν και «παίζουμε» τους πονηρούς ή τους αθώους ανάλογα με τις ανάγκες μας. Ξέρουμε τα πάντα γι αυτό και εξομολογούμαστε τα γούστα μας στον ψυχολόγο ή τους κολλητούς μας.


Από τότε που η Δύση ανακάλυψε τον έρωτα, του έδωσε τόση αξία ώστε να επιτρέπεται κανείς να ζει και να πεθαίνει γι αυτόν. Να δικαιώνει όλη του την ύπαρξη. Και να συντάσσει, όπως είπαμε, την ταυτότητά του. (Έχω πολλά να πω για την κυριαρχία του έρωτα στις σύγχρονες κοινωνίες, θα το κάνω σε επόμενο ποστ).


Αυτά όλα τα διαπιστώνουμε εύκολα γύρω μας. Ακόμα και στις δύο προηγούμενες αναρτήσεις μου και, φυσικά, στους ερωτικούς ρόλους που καλούμαστε να ενσαρκώσουμε σύμφωνα με τη θέση μας στην κοινωνία. Η εξουσία μας επιτρέπει να έχουμε σεξουαλικότητα, να την εκφράζουμε, να τη διεκδικούμε ακόμα κι αν είναι διαφορετική (βλ. ομοφυλοφιλία), να διατρανώνουμε την ατομικότητά μας μέσα από κείνη.


Ο στόχος της ηδονής;

Πού είναι, όμως το σεξ μέσα σε όλη αυτή την κουβέντα; Χωρίς βιολογικές, αναπαραγωγικές και ιατρικές προεκτάσεις; Πού είναι η ίδια η ερωτική πράξη; Η ηδονή, τα σώματα; Οι μυρωδιές και οι ήχοι που έχουν ως αποκλειστικό στόχο την ευχαρίστηση των αισθήσεων; Ο, πραγματικά αστάθμητος για κάθε εξουσία, παράγοντας της απόλαυσης; Πού είναι η εκπαίδευσή μας, όχι στο σεξ αλλά στην ηδονή;


Ο Φουκώ αναφέρει μια καταπληκτική φράση, ότι οι μηχανισμοί εξουσίας χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη μιας «οργάνωσης ερωτογενών ζωνών μέσα στο κοινωνικό σώμα». Το σεξ συγκροτήθηκε πρωτίστως ως επιθυμία - «επιθυμία να το έχεις, να το φτάσεις, να το ανακαλύψεις, να το λευτερώσεις, να το αρθρώσεις σε Λόγο, να το διατυπώσεις σε αλήθεια». Να γνωρίσεις και να ορίσεις τον εαυτό σου μέσα απ’ αυτό. Τελικά, θα προσθέσω, οτιδήποτε παρά να ανακαλύψεις και να το ευχαριστηθείς!


Και φτάνει στο συμπέρασμά του: «Ενάντια στο σύστημα της σεξουαλικότητας, το έρεισμα της αντεπίθεσης δεν πρέπει να είναι το σεξ-επιθυμία, αλλά τα σώματα και οι απολαύσεις».

Δεν προσπαθώ να ερμηνεύσω τον Φουκώ! Ούτε καν να παρουσιάσω μια κεντρική ιδέα του έργου του περί σεξουαλικότητας. Απλώς παραθέτω θρασύτατα τις ιδέες του ως εργαλεία, ώστε να ανοίξω τη συζήτηση εκφράζοντας τα δικά μου ερωτήματα:


Μπορώ, λοιπόν, όχι εγώ ειδικά αλλά ως πρότυπο μικροαστής, εργαζόμενης, καλλιεργημένης μητέρας να ποθήσω και να διεκδικήσω ένα λαχταριστό κορμί μόνο για τη χαρά της σάρκας; Χωρίς να το συζητήσω πριν ή μετά, χωρίς να αναζητήσω προεκτάσεις και δικαίωση, χωρίς να ενοχοποιηθώ ή να πανηγυρίσω; Χωρίς να το κάνω θέμα; Μου το επιτρέπουν οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί και ο κοινωνικός μου ρόλος;


Για να το κουβεντιάσουμε. Σας ακούω.





Οι λέξεις και οι φράσεις σε εισαγωγικά είναι από το βιβλίο του Μισέλ Φουκώ Ιστορία της Σεξουαλικότητας, 1. Η δίψα της γνώσης, εκδ.Ράππα, μετ. Γκλόρυ Ροζάκη, 1982.

*Όταν ο Φουκώ μιλάει για εξουσία δεν αναφέρεται σε αυτήν που εκφράζεται νόμιμα από το κράτος, αλλά για ένα ολόκληρο πλέγμα μικροεξουσιών που διατρέχουν την κοινωνική οργάνωση (οικογένεια, σχολείο, εργασία κλπ) – θα το συζητήσουμε άλλη φορά, απλώς το διευκρινίζω.


Edit

Η συζήτηση ξεστράτισε και φταίω εγώ. Το τελευταίο ερώτημα είναι σαφώς απαντημένο: Μπορώ. Μπορώ ως πρότυπο μικροαστής, μάνας κλπ να πάω με έναν άντρα, δυο γυναίκες, τρεις σκύλους ή τέσσερα μωρά. Στις τρεις πρώτες περιπτώσεις το πολύ-πολύ να χάσω τα κοινωνικά μου προνόμια - που αμφιβάλλω - στην τέταρτη θα αναγκαστώ να σωφρωνιστώ. Με φυλάκιση ή φάρμακα. Πάντως η εξουσία μου το επιτρέπει.

Αυτό που θέλω να πω είναι πως έχουμε χάσει τη μπάλα. Η συζήτηση για το σεξ βρίσκεται παντού, αλλά θεωρητικοποιημένη και ιατρικοποιημένη. Ποιος όμως θα μάθει στον γιο μου να κάνει έρωτα; Γιατί δεν έμαθε κανείς εμένα; Γιατί μαθαίνουμε από παιδιά πως το σώμα μας είναι εργαλείο για να βρούμε νύφη/γαμπρό, καλή δουλειά, ευχάριστες παρέες κι όχι μέσο απόλαυσης;

Γιατί, ρε παιδιά, μιλάμε για τη σεξουαλικότητα και όχι για το σεξ, αυτό με απασχολεί.

Άντε, και λίγο Monika.

Δεν θέλω να στενοχωρώ τ' αγόρια μου. (Που λυσσάξανε με τον Matthew!!!)

Πάρτε προσωρινά λίγη Monika και θα επανέλθω πάραυτα να σας περιγράψω πώς οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί χειρίζονται τη σεξουαλικότητά μας.

Καλημέρα σε όλους. Και καλό μήνα!

Blog ποικίλης ύλης...

...και μάλλον προβοκατόρικο.